FilmsReviews

Star Wars – Episode I: The Phantom Menace (1999) του George Lucas

Μία αναδρομική κριτική για το 1ο επεισόδιο της σειράς ταινιών Star Wars.

Παραγωγή: U.S.A.

Διάρκεια: 133′.

Σενάριο: George Lucas.

Πρωταγωνιστούν: Liam Neeson, Ewan McGregor, Natalie Portman, Jake Lloyd. 

Περίληψη:

Βασικοί μας ήρωες είναι οι Qui-Gon Jinn και Obi-Wan Kenobi, δύο Jedi πολεμιστές (ένας Δάσκαλος, ένας Μαθητής, αντίστοιχα), στους οποίους έχει ανατεθεί η αποστολή της οριστικής λύσης ενός πολιτικού ζητήματος. Η δουλεια τους είναι ιδιαίτερα σημαντική και σε καμία περίπτωση δε πρέπει να αποτύχουν, καθώς το πρόβλημα φαίνεται πως οδηγεί σταδιακά σε πόλεμο. Στην πορεία του ταξιδιού τους ανακαλύπτουν ένα μικρό αγόρι, τον Anakin Skywalker, το οποίο φαίνεται πως πλημμυρίζει από Force energy.

Κριτική:

Όταν ανακοινώθηκε πως ο George Lucas ετοίμαζε μία νέα Star Wars τριλογία, οι θαυμαστές/τριες ξεκίνησαν σύσσωμοι να μετρούν αντίστροφα τις μέρες, μέχρι τη πρεμιέρα του πρώτου επεισοδίου. Ο ενθουσιασμός τους ήταν μάλιστα αρκετός για να παρασυρθούν ακόμα και άνθρωποι που ποτέ δεν εξέφρασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το franchise. Η μεγάλη μέρα πλησίαζε, και μέσα σε λίγο καιρό ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος των κινηματογραφόφιλων αδειμονούσε να ταξιδέψει για άλλη μια φορά στον πασίγνωστο «μακρινό γαλαξία» του Lucas. Το επεισόδιο I έφτασε επιτέλους στις αίθουσες, και η ένταση σε συνδυασμό με τις προσδοκίες του κοινού οδήγησε στην απόλυτη καταδίκη της: το Phantom Menace απογοήτευσε σε σημείο που σόκαρε τους/τις fans της εποχής, και αντιμετωπίστηκε συνάμα από κοινό και κριτικούς ως μία καταστροφή. Είναι όμως πράγματι;

phantom menaceΈνα από τα πιο αδύναμα στοιχεία του Phantom Menace είναι με διαφορά η πλοκή και η υπόθεσή του.

Η ταινία δε γνωρίζει πως να στηρίξει την αφήγησή της, τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα δε συνδέονται απαραίτητα νοηματικά μεταξύ τους. Συνεπώς, η προσοχή του/της θεατή διασπάται και ο/η ίδιος/α οδηγείται σε μία πληκτική αντίδραση. Τον κατακερματισμένο χαρακτήρα της αφήγησης υπονομεύει έτι περισσότερο και η απροσδιόριστη ταυτότητα της ταινίας, η οποία δε ξέρει σε ποιο κοινό απευθύνεται. Η ταινία πολλές φορές μοιάζει για ενήλικες, όταν κανείς/καμία λαμβάνει υπόψη του τον πολιτικό της σχολιασμό, ενώ άλλωτε πάλι για παιδιά· η ταινία αφθονεί σε κωμικούς CG χαρακτήρες που θυμίζουν τρισδιάστατα Looney Tunes, οι οποίοι στηρίζονται στη slapstick τους συμπεριφορά για να προκαλέσουν γέλιο.

Ακόμη και οι κεντρικοί χαρακτήρες καταλήγουν εντελώς μονοδιάστατοι, με τις αποφάσεις τους πολλές φορές να μη βγάζουν νόημα. Επιπλέον, όλη την ταινία διατρέχει μία υπερβολή που εν τέλει μας πετά έξω από σύμπαν της. Μερικά γεγονότα φαντάζουν εντελώς απίστευτα, σαν να αψηφούν κάθε λογική σκέψη, κάθε πιθανή πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα της αφήγησης είναι τωόντι στην καλύτερη περίπτωση απογοητευτικό, και οι στόχοι του Lucas σχεδόν παράγουν αντίστροφα αποτελέσματα: γελάμε σε σημεία που δε θα έπρεπε να γελάμε, και αισθανόμαστε άβολα σε σημεία όπου θα έπρεπε να νιώθουμε συγκινημένοι.

phantom menace

Το The Phantom Menace δεν είναι ωστόσο άξιο μόνο κριτικής.

Δεν είναι λίγες οι σκηνές που μας σαγηνεύουν, όπως η τελική σύγκρουση μεταξύ των Jedi και του βασικού ανταγωνιστή της ταινίας. Η δράση είναι άψογα σκηνοθετημένη και τα πλάνα (σε συνδυασμό με τη μουσική του θρυλικού John Williams) μας καθηλώνουν. Τα ειδικά εφέ βρίσκονται και αυτά ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της ταινίας (είναι πρώτης κατηγορίας για την εποχή που κυκλοφόρησε η ταινία), παρ’ όλα αυτά δημιουργούν χαρακτήρες των οποίων η εμφάνιση και το περιεχόμενο σε καμία περίπτωση δε παράγουν μία συμπαθητική εικόνα (όπως ο διαβόητος Jar Jar Binks ή βασιλιάς των Gungans).

Το The Phantom Menace έχει αρκετές στιγμές να προσφέρει ικανές να διασκεδάσουν ένα μέσο κοινό. Μπορεί να πρόκειται για μία αδιάφορη ταινία η οποία δε μένει εύκολα στη μνήμη μετά από καιρό, δεν είναι όμως απαραίτητα κακή· ήταν οι ελπίδες του κόσμου και η αναπάντεχη σύγκριση με την αρχική τριλογία που οδήγησε στην απόρριψή της ως μία από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς και η πιο απογοητευτική του franchise (αν εξαιρέσει κανείς το κινούμενο Clone Wars του 2008). Μία θέαση όμως 18 χρόνια μετά τη πρώτη της έκθεση στον κόσμο, φαίνεται να βοηθά στην ανάδειξη των κάποιων αξιών της.

 

 

δεκεμβρίου
Previous post

Οι 3 καλύτερες ταινίες του Δεκεμβρίου (2017)

Next post

Insidious: The Last Key (2018) του Adam Robitel

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Δήμογλου

Γιώργος Δήμογλου

Ο Γιώργος είναι φοιτητής του τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. με ξεχωριστή αγάπη για το σενάριο και τη συγγραφή. Στο παρελθόν συμμετείχε ως ηθοποιός σε μερικές ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, όμως στην πορεία τον κέρδισε η μαγεία του σινεμά. Λατρεύει τον κόσμο των ταινιών, με μοναδική θέση στην καρδιά του να κατέχει ο κινηματογράφος της Ιαπωνίας. Όντας οργανωτικός, σαφώς πάντοτε βρίσκει λίγο χρόνο για να γράψει κανένα ποίημα και να ακούσει μουσική. Όνειρό του να μάθει Ιαπωνικά και να δημιουργεί ταινίες στο Τόκιο.