Filmmaker's CornerSpecials

Πώς είναι να σπουδάζεις κινηματογράφο στην Ελλάδα;

Αν κάνεις τις σωστές κινήσεις και έχεις τα κατάλληλα μέσα, μπορεί να κερδίσεις εκατομμύρια. Αν όχι μάλλον θα πεινάσεις. Όπως και να χει, ο κινηματογράφος είναι μία βιομηχανία που απαιτεί ρίσκα.

Αυτή τη στιγμή ολοκληρώνω τις σπουδές μου στο τμήμα κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πλέον με χωρίζουν λίγοι μήνες για την πτυχιακή μου εργασία και το πτυχίο μου – λέμε τώρα. Γιατί όμως δεν εκφράζω με περισσότερο ενθουσιασμό το γεγονός ότι σπουδάζω κάτι το οποίο είναι στόχος ζωής από μικρό παιδί; Αυτό θα αναλύσω παρακάτω.

Για αρχή, μπορώ να πω ότι με θεωρώ ως έναν από την τελευταία φουρνιά φοιτητών που πέτυχαν αυτήν την σχολή στα καλύτερα της. Και φυσικά αναφέρομαι στη μοναδική δημόσια σχολή κινηματογράφου στην Ελλάδα. Μόνη παρεμφερής είναι η σχολή τεχνών ήχου και εικόνας στην Κέρκυρα, η οποία επικεντρώνεται στο τεχνικό κομμάτι. Όλες οι άλλες σχολές στη χώρα είναι ιδιωτικές και προσφέρουν κατά βάση γνώσεις τεχνικές και όχι θεωρητικές. Αξιολογικά, λοιπόν, το τμήμα κινηματογράφου του ΑΠΘ θεωρείται ως η καλύτερη σχολή κινηματογράφου στην Ελλάδα προσφέροντας πλήρη εκπαιδευτική προσέγγιση στις τεχνικές αλλά και θεωρητικές πτυχές της βιομηχανίας. Ας μη ξεχνάμε ότι μέχρι και πριν μερικά χρόνια, συγκαταλέγονταν στα 100 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Αυτό λοιπόν που θα σου αφηγηθώ αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια, είναι οι περιπέτειες μου σε μία σχολή που πεθαίνει κάθε μέρα ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα της κρίσης.

Αξίζει να μπω σε μία σχολή κινηματογράφου;

Πολύς κόσμος θα βρει επιχειρήματα για να στηρίξει το αντίθετο. Πλέον, στην εποχή που ζούμε ειδικά αν έχεις και χρήματα, μπορείς να προμηθευτείς μία τεράστια σειρά βιβλίων και υλικού που σου παρέχει πάρα πολλές πληροφορίες για τις καθιερωμένες τεχνικές των γυρισμάτων μίας ταινίας. Πολλοί αξιότιμοι μάλιστα σκηνοθέτες δεν πήγαν ποτέ σε σχολή κινηματογράφου (βλ. Quentin Tarantino) ή την παράτησαν στη μέση (βλ. Whachowskis). Άλλοι πάλι όπως ο James Cameron είπαν πως ο κινηματογράφος έχει να κάνει με την εμπειρία. Όσο περισσότερα ζεις, τόσο πιο καλά θα γράψεις. Μπορείς να ταυτιστείς με τα βιώματα του άλλου και να του παρέχεις κάτι που ίσως δεν έχει ξαναδεί.

Άρα αν δω πολλές ταινίες και διαβάσω και κάνω ταξίδια, μπορώ να λέγομαι κινηματογραφιστής;

Για αρχή θεωρώ τη λέξη «κινηματογραφιστής» πολύ δύσκολη για να την πει ένας άνθρωπος. Όπως και κάθε άλλη λέξη που παραπέμπει σε επάγγελμα. Ακόμη και το στριπτίζ απαιτεί τέχνη, κι όμως η κάθε κοπέλα ή αγόρι που γδύνεται και έχει απλά προσεγμένο σώμα αυτοαποκαλείται στρίπερ. Όταν κάνεις κάτι απλά για τα λεφτά ή για να γεμίζεις το χρόνο σου ή για να φαίνεσαι εκκεντρικός/η, δεν αξίζεις τον τίτλο αυτού που εξασκείς. Βέβαια, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, αν ψάχνεις να βγάλεις παραπάνω από τα προς το ζην από τον κινηματογράφο, πρέπει να κουνήσεις το κεφάλι σου να δεις αν κάνει γκλινκ-γκλονκ. Τώρα, αν με ρωτάς αν οι πολλές ταινίες, η μελέτη και οι εμπειρίες σε κάνουν κινηματογραφιστή σε γενικές γραμμές, ναι σε κάνει. Σε ειδικές, όμως, έχω μερικές ενστάσεις. Αν καθήσεις και διαβάσεις μόνος/η σου και γυρίσεις ταινίες, σύμφωνα με τον James Cameron αυτόματα αποκτάς την ιδιότητα του σκηνοθέτη. Εδώ διαφωνώ. Όταν δεν υπάρχει κάποιο άτομο που έχει εξασκήσει το επάγγελμα να σου αναθέσει εργασίες με προθεσμία και να σε διορθώσει – πάντα με την προσωπική του άποψη καθώς  ο κινηματογράφος στην πλειοψηφία του δεν έχει σωστό και λάθος όσον αφορά την αισθητική – είναι λίγο εγωιστικό να λες ότι ναι, είμαι κινηματογραφιστής. Αρά εν ολίγοις, στηρίζω απόλυτα το να περάσεις τουλάχιστον δύο χρόνια από μία σχολή για να μάθεις τον κινηματογράφο από άτομα του χώρου.

Ποια είναι η πραγματικότητα του τμήματος κινηματογράφου;

«Το τμήμα κινηματογράφου ανήκει στο ΑΠΘ που έχει πολύ καλή φήμη άρα αυτήν την σχολή θα επιλέξω.» Αυτό και το οικονομικό, είναι τα δύο βασικά κριτήρια με τα οποία έβαλα αυτήν την επιλογή ως πρώτη στο μηχανογραφικό μου. Οπότε, δεν σε παρεξηγώ αν κάνεις αυτήν την επιλογή, και καλά θα κάνεις. Μέσα σε αυτό το τμήμα, γνώρισα πολύ αξιόλογους ανθρώπους με αγάπη για αυτό που κάνουν, όπως επίσης και φοιτητές. Αυτοί, όμως, δυστυχώς είναι η μειοψηφία. Η σχολή στην πλειοψηφία αποτελείται από καθηγητές που παίρνουν ένα κάρο λεφτά το μήνα (για τα Ελληνικά δεδομένα της τωρινής εποχής) τα οποία δεν αξίζουν. Οι μισοί είναι ανεύθυνοι δημόσιοι υπάλληλοι που εκμεταλλεύονται μια κάποια καριέρα στον χώρο για να κερδοσκοπήσουν. Φυσικά δεν είναι ηλίθιοι. Και εγώ το ίδιο θα έκανα αν μου δινόταν η ευκαιρία. Όπως και να το κάνουμε, όμως, δεν το έχουν όλοι με το «καθηγητιλίκι». Πολλοί αργούν στα μαθήματα πάνω από μία ώρα, άλλοι πουλάνε μαγκιά στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, άλλοι σπαταλούν τον χρόνο του μαθήματος στην προβολή ταινιών χωρίς κάποιο στόχο του εν λόγω μαθήματος κοκ.

Δε νομίζω να ικανοποιηθείς και πολύ από τους συμφοιτητές και τις συμφοιτήτριες σου. Πρόκειται για μια αναρχοκρατούμενη στην πλειοψηφία σχολή, η οποία αν και δεν εμπλέκεται πολύ από παρατάξεις, αποτελείται στη συντριπτική πλειοψηφία της από αναρχικούς φοιτητές της πλάκας. Δεν έχω τίποτα με τα ρωζ-μπλε-κίτρινα μαλλιά και τα ράστα (όσο τα πλένεις σωστά). Έχω όμως τεράστιο πρόβλημα με ανθρωπάκια που εξαιτίας ενός εσφαλμένου συστήματος εισαγωγής στα πανεπιστήμια, κλέβουν θέσεις από παιδιά που στα αλήθεια έχουν ταλέντο και στόχο να διαπρέψουν στον κινηματογράφο, για να εμφανίζονται μόνο στις συνελεύσεις και να «παλεύουν για το αύριο» μίας σχολής στην οποία δε ξέρουν ούτε τι ώρα και μέρα γίνεται κάθε μάθημα. Μέσα σε αυτές τις (ο θεός να τις κάνει) συνελεύσεις, εμπλέκουν θέματα που δεν αφορούν την σχολή όπως το προσφυγικό ή η απεργία πείνας του Ρωμανού (για την οποία παραλίγο να χαθεί ένα εξάμηνο και η εξεταστική έφτασε τέλη Ιουλίου). Για να ξεκαθαρίσω, το προσφυγικό είναι ένα θέμα το οποίο σέβομαι και συμπονώ τους ανθρώπους που έχασαν άδικα τις ζωές και τα σπίτια τους. Δεν έχει όμως απολύτως καμία σχέση με τη σχολή ή τα προβλήματα της, όπως η υποχρηματοδότηση. Τις προάλλες μάλιστα, γινόταν συζήτηση για την άφιξη του Ομπάμα στην Ελλάδα και τη συμπαράσταση των «αναρχικών» στην Αθήνα που για άλλη μια φορά προκάλεσαν δεκάδες ζημιές. Για το θέμα του Ρωμανού που ανέφερα πριν προτιμώ να μην κάνω λόγο γιατί οι «αντιφασίστες» θα μου την έχουν στημένη.

Μπορεί να φαίνεται υπεραναλυτική αυτή η παράγραφος, όμως, είναι μία δυστυχής καθημερινότητα στο τμήμα που δε μπορείς να αποφύγεις. Οι φοιτητές έχουν στην πλειοψηφία έναν τουπέ που με το ζόρι λένε καλημέρα. Τα προφίλ τους στο Facebook έχουν ονόματα που προέρχονται από «inside jokes» γιατί είναι κουλ και ανεβάζουν punk τραγούδια που δεν ξέρει κανείς, γιατί προφανώς αυτό κάνουν οι καλλιτέχνες. Αγαπημένη τους ασχολία είναι να πίνουν μπύρες και να καπνίζουν χόρτο στη Ροτόντα με τα φιλαράκια τους. Δεν τους νοιάζει όμως, γιατί είπαμε: αυτό κάνουν οι καλλιτέχνες. Βέβαια, θέλω να πω πως ένα από τα θετικά της σχολής επειδή ακριβώς είναι απομονωμένη από το υπόλοιπο campus, είναι πως αποτελεί safe space για κάθε κοινωνική ομάδα και φοιτητές που ζουν με κάθε τρόπο ζωής – προσωπικά αποδεκτό ή μη.

Άλλο ένα μεγάλο πάλι ποσοστό των φοιτητών όπως δυστυχώς συνειδητοποίησα, είναι άτομα που δεν ξέρουν καν για ποιο λόγο μπήκαν στη σχολή. Πατάνε μόνο για δυο-τρία μαθήματα ανά εξάμηνο γιατί πιθανόν να έχουν κανονίσει για καφέ μετά εκεί κοντά. Και για να μην επαναλαμβάνομαι για το τι άποψη έχω πάνω σε αυτό το θέμα, σε παραπέμπω στην προηγούμενη θέση μου περί εσφαλμένου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια.

Γενικότερα, όσον αφορά το εργατικό δυναμικό και τους συμφοιτητές σου, η καθημερινότητα που έχεις να αντιμετωπίσεις στην σχολή δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται. Έχεις να κάνεις με αγενέστατα άτομα και καθηγητές που σε ενημερώνουν για τις απαλλακτικές εργασίες ένα μήνα πριν την παράδοση (αν σταθείς τυχερός/η) ή σε βαθμολογούν μετά από ένα χρόνο. Κάποιοι μάλιστα σου ορίζουν ως πρακτική να διδάξεις κινηματογράφο σε δημοτικό σχολείο και δεν σου παρέχουν καν την άδεια για να πας καθώς το σχολείο δε θα σε αφήσει να μπεις αν δεν έχεις. Και φυσικά όσο και να τους παρακαλάς, δεν πρόκειται να το πάρεις και θα χάσεις μία-δύο εβδομάδες (από τις πέντε που σου απομένουν γιατί ο καθηγητής καθυστέρησε ενάμιση μήνα να σου αναθέσει σχολείο) γιατί όλο το αναβάλλει χωρίς λόγο. Αν δεν μπορείς να κάνεις μία δουλειά πάνε γίνε σκουπιδιάρης μπας και όντως προσφέρεις στην κοινωνία. Το ίδιο ισχύει κι αν δεν θες να φοιτήσεις. Μη βολεύεσαι σε μία σχολή που μπορείς να το παίζεις κουλτουριάρης αν δεν το αγαπάς πραγματικά.

Για την υποχρηματοδότηση δε θα επεκταθώ καθώς δεν είναι μόνο το τμήμα που έχει πληγεί από αυτήν. Το ΑΠΘ ανεξάρτητα από μερικούς που έχουν φάει λεφτά γιατί είμαστε στην Ελλάδα, είναι από τα ελάχιστα πανεπιστήμια που πραγματικά ενδιαφέρονται να παρέχουν μία τουλάχιστον αξιοπρεπή φοιτητική εμπειρία σε κάθε σπουδαστή. Το κράτος όμως κόβει ολοένα και περισσότερα κονδύλια με αποτέλεσμα αυτό να έχει επιπτώσεις και στο τμήμα κινηματογράφου. Και αναφέρομαι σε μία σχολή με απαιτήσεις καθώς όχι μόνο βρίσκεται σε ένα ξεχωριστό κτήριο που πρέπει να συντηρηθεί και να έχει διανομή φαγητού αλλά έχει ανάγκη και από ακριβό εξοπλισμό ο οποίος πρέπει ανά διαστήματα να συντηρείται. Συνεπώς, αν χρειαστείς εξοπλισμό όπως μικρόφωνο ή κάμερα για να γυρίσεις μία ταινία μικρού μήκους που θα σου ζητηθεί σχεδόν κάθε εξάμηνο, πρέπει να τρέξεις να προλάβεις ή να αναβάλλεις επ’ αορίστον τα γυρίσματα σου γιατί πιθανόν να έχουν δανειστεί άλλοι τον απειροελάχιστο εξοπλισμό. Οι καθηγητές βέβαια δεν το λαμβάνουν υπ’ όψιν και απλά σου ορίζουν ταινίες μικρού μήκους ως απαλλακτικές εργασίες τις οποίες θα βαθμολογήσουν μετά από ένα εξάμηνο.

Στα θεωρητικά μαθήματα πάντως, υπάρχουν πολύ ικανές καθηγήτριες που θα σε εκπαιδεύσουν κατάλληλα στον τρόπο που μελετάς ένα κείμενο και να γράψεις ακαδημαϊκά δοκίμια ή κινηματογραφικές κριτικές. Μαθαίνεις εκτενώς την εξέλιξη του κινηματογράφου και μαθαίνεις να ξεχωρίζεις όλα τα πλάνα και τα κινηματογραφικά είδη. Μέσα στον οδηγό σπουδών περιέχεται ακόμη και θεωρία και ιστορία τηλεόρασης. Στα μείον των θεωρητικών μαθημάτων είναι η έλλειψη Ελληνικού κινηματογράφου στην ύλη τους.

Τι θα κάνω μετά;

Αργά ή γρήγορα θα πάρεις το πτυχίο σου. Βέβαια για το «αργά» ίσως να μην ευθύνεσαι εσύ αλλά οι ίδιοι οι καθηγητές όπως ανέφερα πιο πριν. Τώρα, μπορείς να ειδικευτείς σε πολλά πράγματα. Να φωτογραφίζεις σε εκδηλώσεις, να κάνεις μοντάζ από εδώ κι από κει, να γυρίσεις με πολύ μικρό budget και χορηγίες από τοπικά μαγαζιά, ταινίες μικρού μήκους και να τις στείλεις σε δωρεάν φεστιβάλ. Σιγά-σιγά αποκτάς γνωριμίες και όλο και κάποιος θα δει την καλή σου δουλειά και θα θελήσει να σε προσλάβει για κάτι πιο σταθερό και με ικανοποιητικό μισθό, είτε Έλληνας είτε όχι. Αυτό που σου συστήνω είναι να εκμεταλλευτείς το ίντερνετ και την τεράστια δύναμη των social media και αν μπορείς να επενδύσεις λεφτά σε αυτά, γιατί θα είναι οι σύμμαχοι σου για να εργαστείς ακόμη και για κάποιον ξένο φορέα ίσως χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλείψεις τη χώρα. Βέβαια εγώ θα σου σύστηνα να φύγεις για οποιαδήποτε άλλη χώρα κατά προτίμηση της Βόρειας Ευρώπης αν όντως θες να διαπρέψεις.

Μετά από αυτό άρχισα να αλλάζω γνώμη.

Όχι. δεν χρειάζεται. Όπως και να έχει καμία σχολή δε μπορεί να φτάσει σε εύρος ύλης αυτήν του τμήματος κινηματογράφου. Ακόμη κι αν έχεις τα λεφτά για ΙΕΚ, θα σου έλεγα να πας σε εκείνη τη σχολή και να τα κρατήσεις για να ζήσεις αξιοπρεπώς την φοιτητική σου ζωή αλλά και να γυρίσεις καλές ταινίες. Δεν μετανιώνω προσωπικά για την σχολή στην οποία μπήκα. Για να την τελειώσεις όμως πρέπει όχι μόνο να έχεις άπλετη ενέργεια αλλά και να έχεις θάρρος και θράσος. Και αυτό ισχύει και γενικότερα αν θέλεις να ασχοληθείς με την κινηματογραφική βιομηχανία.

 

Previous post

One Piece Film Gold (2016) του Hiroaki Miyamoto

Next post

Blue Spring - Aoi Haru - (2001) του Toshiaki Toyoda

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δημήτρης Φλωρής

Δημήτρης Φλωρής

Ο Δημήτρης Φλωρής κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών στο Α.Π.Θ. με ειδικότητα στο μοντάζ και την κινηματογραφική/τηλεοπτική κριτική και θεωρία. Κύριο αντικείμενο της μελέτης του είναι η επεισοδιακή αφήγηση και οι ειδολογικές συμβάσεις του superhero genre. Έχει συμμετάσχει ως σκηνοθέτης ή/και μοντέρ σε τέσσερις ταινίες προπτυχιακού επιπέδου. Οι τρεις είναι μυθοπλασίας και η μία ντοκιμαντέρ.