Essays on FilmFilmmaker's Corner

Casablanca (1942) του Michael Curtiz

Η δεύτερη καλύτερη ταινία μετά τον «Citizen Kane» (κριτική εδώ) σύμφωνα με την λίστα AFI’s 100 Years…100 Movies ξεκίνησε το ταξίδι της το 1942 που έμελε τελικά να είναι παντοτινό. Χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η καλύτερη δραματική ταινία όλων των εποχών, ενώ οι ατάκες της έχουν γράψει ιστορία κατατάσσοντας το σενάριό της σε ένα από τα πιο αγαπημένα του κοινού και των κριτικών.

Η ιστορία εξελίσσεται στην Casablanca τον Δεκέμβρη του 1941 και συγκεκριμένα στο ιδιαίτερο καφέ-μπάρ «Rick’s Café Américain», ενός ξεχωριστού ιδιοκτήτη που ονομάζεται Rick Blaine. Η Casablanca εκείνη την εποχή χρησιμοποιείται ως πέρασμα για όσους επιθυμούν να διαφύγουν στην Αμερική εξαιτίας του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και η αναζήτηση των κατάλληλων εγγράφων για να επιτύχουν των σκοπό τους αποτελεί έναν συνεχή αγώνα.

Το καφέ του Rick είναι από τα πιο γνωστά της περιοχής, μέσα σε αυτό μπορεί να υπάρξουν ταυτόχρονα Γερμανοί στρατιωτικοί με μεγάλη εξουσία στα χέρια τους, Γάλλοι αστυνομικοί, τζογαδόροι, απλοί πολίτες που επιθυμούν ένα πιο ειρηνικό αύριο και προφανώς σύγχρονοι επαναστάτες. Ο Rick έχει καταφέρει να διατηρήσει καλή επαφή με τις αρχές της περιοχής και να έχει υψηλά έσοδα από την επιχείρησή του, σύντομα όμως ο παλιός του έρωτας, η Ilsa Lund, θα έρθει και πάλι στην ζωή του αναζητώντας την βοήθειά του. Η Ilsa δεν θα είναι μόνη της όμως, μαζί της βρίσκεται και ο σύζυγος της, Victor Laszlo, γνωστός επαναστάτης που οι γερμανικές αρχές δεν επιθυμούν με τίποτα να διαφύγει από την Casablanca.

Ο Rick έρχεται αντιμέτωπος με τα παλιά του συναισθήματα και έναν έρωτα που τον γέμισε πληγές μα ταυτόχρονα του έδειξε πως μερικά πράγματα όσος καιρός κι αν περάσει δεν θα χάσουν ποτέ την ένταση τους. Πρέπει λοιπόν να αποφασίσει αν θα βοηθήσει την αγαπημένη του να πάει στην Αμερική με τον άντρα της, αφήνοντάς τον για μια ακόμη φορά ή αν τελικά θα την κρατήσει μαζί του.

Η ταινία παρουσιάζει μια ιστορία έρωτα και πάθους, μα ταυτόχρονα πραγματικής αγάπης. Με δυο επιτυχημένους (ο καθένας στον τομέα του) και πανέξυπνους άντρες να τρέφουν έντονα συναισθήματα για την ίδια γυναίκα. Μια γυναίκα με υπέροχο χαμόγελο, αστραφτερά μάτια και την ανάγκη να παραμείνει σωστή απέναντι στον εαυτό της και τους γύρω της ανεξάρτητα με τα συναισθήματά της. Όλα αυτά μέσα σε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο πιο αιματηρό και βίαιο από οτιδήποτε έχει ζήσει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα.

Χωρίς να είναι γεμάτη με άσκοπες βαριές αντιπολεμικές σκηνές, αλλά με καθαρό το αντιπολεμικό της μήνυμα και τους σκοπούς της δημιουργίας της καταφέρνει να πάει τον θεατή ένα βήμα πιο μέσα στην προσωπικότητα του Rick και να απαντήσει σε ένα από τα βασικά ερωτήματα που όντας ερωτευμένοι όλοι θα έχουμε αναρωτηθεί «Μήπως για να είναι ευτυχισμένη πρέπει να την αφήσω;».

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, αίσθηση προκαλεί το γεγονός πως οι βασικοί χαρακτήρες δεν εμφανίζονται από την πρώτη στιγμή. Η ταινία χτίζει μια εικόνα στον θεατή, τον τοποθετεί στην πραγματικότητα που επικρατεί και έπειτα του φανερώνει αυτούς που καλούνται να την αντιμετωπίσουν. Ο έρωτας και η αγάπη υπάρχουν σε μεγάλες δώσεις και στους 3 βασικούς χαρακτήρες, ενώ όλοι τους διακατέχονται από πάθος για την ζωή και την επανάσταση, αφού γρήγορα φανερώνεται πως παρά την τώρα ουδέτερη στάση του ο Rick συμμετείχε στον πόλεμο στην Ισπανία, μετέφερε όπλα και αρκετά ακόμη.

Ακόμη, σε όλη την διάρκεια της ταινίας επικρατεί μια ελαφριά δόση κωμικότητας, με έξυπνες ατάκες και εκφράσεις που ελαφρύνουν την κατάσταση. Ο Rick αποτελεί έναν άκρως αγαπητό και δημοκρατικό εργοδότη, επίσης η σχέση του με τον Sam, τον έγχρωμο πιανίστα του καφέ του, περνάει ένα άκρως αντιρατσιστικό και σύγχρονο μήνυμα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, όπου οι έγχρωμοι απέχτησαν τα δικαιώματά τους καιρό μετά.

Μεγάλη «μορφή» και ανατροπή της ιστορίας αποτελεί ο Louis Renaul, αρχηγός της αστυνομίας ο οποίος σε όλη την διάρκεια της ταινίας δεν αποχτά και την καλύτερη φήμη για τις ηθικές του αρχές και την προσωπικότητά του. Παρόλα αυτά, βλέποντας την κατάσταση που βιώνει ο Rick και όσα προσπερνάει ο ίδιος για χάρη των συναισθημάτων του, βγάζει στην επιφάνεια έναν δεύτερο εαυτό, εκείνον του σωστού φίλου και του κρυφού επαναστάτη.

Οι ερμηνείες είναι αξιομνημόνευτες καθώς ο Humphrey Bogart, η Ingrid Bergman, ο Paul Henreid και ο Claude Rains κατάφεραν να μεταφέρουν στο κοινό δραματικότητα χωρίς υπερβολή και μια ιστορία καθαρή, πρωτότυπη και ατόφια χωρίς την ανάγκη άσκοπων εντάσεων. (Ποτέ δεν θα καταλάβω γιατί κανείς από τους παραπάνω δεν κατάφερε να κερδίσει Oscar για την συγκεκριμένη ταινία, αλλά αυτό είναι απλά ένα σχόλιο που έπρεπε να προσθέσω). Ακόμη, όλοι οι δευτερεύοντες ρόλοι είναι σωστά τοποθετημένοι με εκείνο του Sam, Dooley Wilson, να ξεχωρίζει. (Fun Fact: Ο Wilson ήταν ντράμερ και δεν γνώριζε να παίζει πιάνο ούτε στο ελάχιστο).

Αξίζει να σημειωθεί πως η Casablanca δεν αποτελούσε και τόσο πέρασμα για την Αμερική εκείνη την εποχή, αν και θα μπορούσε να είναι δεν ήταν η βασική διέξοδος των Ευρωπαίων από τις περιοχές τους . Casablanca σημαίνει «λευκό σπίτι» («white house») και πολλοί, μέσα σε αυτούς και εγώ, θεωρούν πως ο τίτλος και η περιοχή δεν επιλέχτηκαν τυχαία, η πολιτική αλληγορία είναι αρκετά εμφανής,  ενώ υπάρχει και μια θεωρεία που συνδέει τον χαρακτήρα του Bogart με τον πρόεδρο Roosevelt.

Όπως και να ‘χει, η Casablanca ήταν, είναι και θα είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που θα περάσουν ποτέ από  την Μεγάλη Οθόνη, καθώς αυτό που την κάνει διαχρονική και ενδιαφέρουσα δεν είναι μόνο η ιστορία που διηγείται, αλλά η ιδιαιτερότητα των συναισθημάτων που αντικατοπτρίζει.

Previous post

My Big Fat Greek Wedding 2 (2016) του Kirk Jones

Next post

Είναι σίγουρο πως ο Negan σκοτώνει τον Glenn στο φινάλε του The Walking Dead;

1 Comment

  1. ΦΑΙΗ
    Μάιος 20, 2016 at 6:05 μμ — Απάντηση

    ΚΑΛΑ Ε! ΑΥΤΟ ΤΟ GIF ΠΟΥ ΕΒΑΛΕΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ, Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ..

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ελένη Αναστασιάδου

Ελένη Αναστασιάδου

Η Ελένη Αναστασιάδου, φοιτήτρια του τμήματος Γεωπονίας στο Α.Π.Θ. και απόφοιτος Σκηνοθεσίας ιδιωτικής σχολής, ασχολείται με την συγγραφή σεναρίων και διηγημάτων και πρόσφατα έκανε τα πρώτα βήματα τα της στην τηλεόραση με την συμμετοχή σε εκπομπή της ΕΡΤ3, καθώς και την κοινωνική διαφήμιση της Α21. Αγαπά τον κινηματογράφο και την τηλεόραση έχοντας αδυναμία σε οτιδήποτε πρωτοποριακό και ιδιαίτερο.