FilmsHorrorReviews

Prometheus (2012) του Ridley Scott

Καθώς προετοίμαζα τον εαυτό μου για να δει το «Alien: Covenant» (2017), ανακάλεσα πως αποτελεί sequel σε μία ταινία η οποία, τη χρονιά που κυκλοφόρησε, προκάλεσε συζητήσεις όσο λίγες άλλες. Το «Prometheus» (σε σκηνοθεσία/παραγωγή Ridley Scott και σενάριο Jon Spaihts με Damon Lindelof)  σημείωσε τη δεύτερη συμμετοχή του Scott στο για χρόνια παγωμένο «Alien» franchise, μετά τη δημιουργία της πρώτης ταινίας της σειράς, το 1979. Αποφάσισα λοιπόν να το παρακολουθήσω μία ακόμα φορά για να θυμηθώ την ιστορία που συνεχίζει το «Alien: Covenant», και συνειδητοποίησα πως είναι πράγματι απαραίτητο κανένας να το δει παραπάνω από μία φορές, ώστε να μπορέσει να το εκτιμήσει.

Η πρώτη μορφή ζωής που βλέπουμε στο «Prometheus» είναι ένας ανθρωπόμορφος εξωγήινος ο οποίος πίνει ένα παχύρευστο μαύρο υγρό: Γρήγορα αρχίζει να αποσυντίθεται, τα απομεινάρια του ξεχύνονται στη θάλασσα και το DNA του διασπάται, δημιουργώντας νέες ενώσεις. Η επόμενη σκηνή ακολουθεί τους αρχαιολόγους Shaw (Noomi Rapace) και Holloway (Logan Marshall-Green) στο 2089, καθώς ετοιμάζονται να ταξιδέψουν μαζί με το πλήρωμα του σκάφους Prometheus στον LV-223, έναν φυσικό δορυφόρο ενός μακρινού αστρικού συμπλέγματος. Σκοπός τους, να αναζητήσουν τους υποτιθέμενους «engineers (κατασκευαστές)» του ανθρώπινου γένους.

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να επαινέσουμε την ταινία για τα χαρακτηριστικά της εκείνα που, κατά τη γνώμη μου, την καθιστούν μία από τις ομορφότερες του 2012. Θα χρησιμοποιήσω έναν τολμηρό όρο, σχετικά με το τεχνικό και οπτικό της σκέλος: είναι αψεγάδιαστη. Ο Scott συνέλεξε κοντά του ένα προσωπικό το οποίο, μέσα από τη μαεστρία του, πέτυχε να εμφυσήσει ζωή σε ένα κατά τα άλλα αδύναμο σενάριο. Οι ηθοποιοί δίνουν σάρκα και οστά στους χαρακτήρες της ιστορίας και πείθουν με την εκτέλεσή τους πως πράγματι πιστεύουν στα ιδεώδη τους (ειδικά ξεχωρίζουν οι Charlize Theron και Michael Fassbender). Όσον αφορά τους ανθρώπους πίσω από την κάμερα ή μπροστά στον υπολογιστή, πρόκειται για τους αληθινούς «engineers» χωρίς υπερβολή. Η μετεπεξεργασία της ταινίας αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο της χάρης της. Το μοντάζ, τα ειδικά εφέ, το μιξάζ και η μουσική της επένδυση όλα συνεργάζονται αρμονικά και συμβάλλουν στη δημιουργία μιας σαγηνευτικής οπτικοακουστικής εμπειρίας. Η καρδιά αυτής όμως της γοητείας βρίσκεται στη σκηνοθεσία και τη διέυθυνση φωτογραφίας. Τα περισσότερα πλάνα της ταινίας καθηλώνουν και προκαλούν το λιγότερο δέος. Τουλάχιστον στην αρχή της παίρνει τον χρόνο της καθώς ξεδιπλώνει ένα-ένα τα κάδρα της, και μας αφήνει να τα απολαύσουμε σε όλο τους το μεγαλείο. Συγχρόνως, η θέση και η κίνηση της κάμερας παράγουν έναν ρυθμό που ενισχύει τη μυστηριώδη και δυσοίωνη ατμόσφαιρα της αφήγησης.

Μονάχα ένα κομμάτι του «Prometheus» θα μας εμποδίσει απ’ το να χαρακτεί στη μνήμη μας ως ένα από τα κορυφαία της εποχής του: η αδέξια και ανόητη πλοκή του. Διακρίνεται από αποκαλύψεις και ανατροπές οι οποίες φαντάζουν ανούσιες και παντελώς αδιάφορες, μιας και ουδεμία σχέση έχουνε με τη βασική αφηγηματική γραμμή. Την ίδια στιγμή, το τέλος θυμίζει τέλος αρχικού επεισοδίου τηλεοπτικής σειράς· δεν απαντάται σχεδόν κανένα από τα ερωτήματα που τίθενται κατά τη διάρκεια της ταινίας, σε σημείο που όχι απλώς εκνευρίζει αλλά προσβάλει τον/την θεατή. Υπάρχουν αυτοί που συγκρίνουν το «Prometheus» με το «Αlien» του ’79 και υποστηρίζουν πως, όπως η μία ταινία, έτσι κι άλλη άφησε πίσω της κάμποσα αναπάντητα μυστήρια. Από τη μία αυτό είναι αλήθεια, δίοτι δεν μαθαίνουμε τίποτα ούτε για το σκάφος που ανακαλύπτει το διαστημόπλοιο Nostromo, ούτε και για το περιεχόμενό του. Από την άλλη, ποτέ δεν ήταν σκοπός του «Alien» να απαντήσει σ’ αυτά τα ερωτήματα: η ιστορία του επικεντρώνεται στον φόβο για το άγνωστο, στόχος του ήταν να παρατηρήσει τον μάταιο αγώνα του πληρώματος για επιβίωση και να προκαλέσει τρόμο μέσα από το εξωγήινο τέρας. Συνεπώς, δημιουργείται μία αίσθηση κλεισίματος και πληρότητας με την εμφάνιση των τίτλων τέλους. Επιπλέον, στο «Alien» οι χαρακτήρες είναι αυτοί που κινούνται απερίσκεπτα, ενώ στην περίπτωση του «Prometheus» οι σεναριογράφοι τους. Καμία πράξη στην πρώτη ταινία της σειράς δεν είναι παράλογη, σε αντίθεση με τη συμπεριφορά των ηρώων μας στο «Prometheus», η οποία μοιάζει εντελώς αφύσικη. Λίγα βγάζουν νόημα, αν σκεφτούμε πως βρίσκονται σε ένα φεγγάρι για το οποίο δε γνωρίζουν απολύτως τίποτα, είτε πρόκειται για το περιβάλλον του, είτε για τις μορφές ζωής που κατοικούν σ’ αυτό.

Αν και το «Prometheus» δε σ’ αφήνει με μία άσχημη γεύση, σ’ αφήνει μ’ ένα μεγάλο κενό. Είναι πάντως σημαντικό να δει κανείς την ταινία αυτή το λιγότερο δύο φορές, αν θέλει να παρασυρθεί από την ομορφιά της. Την πρώτη φορά, η πρόχειρα γραμμένη της ιστορία είναι σίγουρο πως θα αποσυντονίσει το κοινό (ευτυχώς, οπτικά είναι ένα υπερθέαμα, οπότε δεν θα κουράσει πολύ). Εύχομαι στο μέλλον, μέσα από τις επερχόμενες ταινίες του franchise, να βρούμε όλες τις απαντήσεις που πασχίζουμε να αποκτήσουμε πέντε χρόνια τώρα.

 

 

 

Previous post

Pirates of the Caribbean: Dead Men Tell No Tales (2017) των Joachim Rønning & Espen Sandberg

Next post

A Wonderful Season of Failure - Una Meravigliosa Stagione Fallimentare- (2015) του Mario Bucci

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Δήμογλου

Γιώργος Δήμογλου

Ο Γιώργος είναι φοιτητής του τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. με ξεχωριστή αγάπη για το σενάριο και τη συγγραφή. Στο παρελθόν συμμετείχε ως ηθοποιός σε μερικές ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, όμως στην πορεία τον κέρδισε η μαγεία του σινεμά. Λατρεύει τον κόσμο των ταινιών, με μοναδική θέση στην καρδιά του να κατέχει ο κινηματογράφος της Ιαπωνίας. Όντας οργανωτικός, σαφώς πάντοτε βρίσκει λίγο χρόνο για να γράψει κανένα ποίημα και να ακούσει μουσική. Όνειρό του να μάθει Ιαπωνικά και να δημιουργεί ταινίες στο Τόκιο.