FilmsReviews

On Body and Soul – Teströl és lélekröl – (2017) της Ildikó Enyedi

 Το θέμα του έρωτα και της αγάπης, με την χροιά της σύνδεσης και οξείας εξάρτησης/αλληλεπίδρασης  που τα προσδιορίζουν, αποτελεί ένα από τα αγαπημένα και πιο ανεπτυγμένα θέματα του κινηματογράφου και της τέχνης γενικότερα, και όχι άδικα. Είναι ένα θέμα το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία για την εξερεύνηση πολλαπλών διαφορετικών εκφάνσεων της ανθρώπινης ύπαρξης, με την κατάληξη  να είναι πολλές φορές το ίδιο το σημείο εκκίνησης. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτει και η φετινή νικήτρια της Χρυσής Άρκτου, αλλά και υποψήφια για την καλύτερη ξενόγλωσση των φετινών Oscars, το On Body and Soul, με μία, όμως, πολύ ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα προσέγγιση επί του θέματος.

Η ταινία περιστρέφεται γύρω από την περίεργη σχέση μεταξύ ενός οικονομικού διευθυντή και της νέας υπεύθυνης ποιοτικού ελέγχου ενός εργοστασίου παραγωγής βόειου κρέατος, οι οποίοι, ενώ μοιράζονται ελάχιστα κοινά στην  καθημερινότητά τους, ανακαλύπτουν ότι τα βράδια έχουν το ίδιο όνειρο! Εκεί υπό την μορφή ελαφιών, σε ένα ονειρικό χιονισμένο τοπίο, περιπλανιούνται ξέγνοιαστα στο γαλήνιο περιβάλλον. Καθώς ξεδιπλώνεται η αφήγηση, οι δύο ήρωες θα προσπαθήσουν να μιμηθούν το όνειρο τους και να έρθουν πιο κοντά και στον πραγματικό κόσμο. Το μόνο εμπόδιο η (για διαφορετικούς λόγους) συναισθηματική τους δυσκαμψία,  την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν αρχικά ξεχωριστά, ως ότου συνειδητοποιήσουν ότι ο έρωτας είναι μια υπόθεση για δύο.

Η ταινία, από το ξεκίνημα ακόμα, εξελίσσεται μεταξύ υπερβολής και έντονων αντιθέσεων, σε μια, σχεδόν, σουρεάλ κατεύθυνση. Χαρακτηριστικά, η εναρκτήρια σεκάνς, με το ονειρικό τοπίο φυσικής ομορφιάς, εναλλάσσεται από την βάναυση και ωμή εικόνα ενός σφαγείου. Οι συμβολικές αντιθέσεις, δεν μένουν μόνο εκεί και συνεχίζονται καθόλη την διάρκεια μέχρι να φτάσουμε στον πυρήνα της αφήγησης, όπως μαρτυρά και ο τίτλος: της εναντιωματικής σύγκρουσης μεταξύ ψυχής και σώματος. Αυτή αντικατοπτρίζεται μέσω της ιδιοσυγκρασίας και των χαρακτηριστικών των δυο πρωταγωνιστών. Από την μία έχουμε τον Endre (Géza Morcsányi) , ο οποίος συμβολίζει την «ψυχή». Αποτελεί έναν ώριμο, τόσο ηλικιακά όσο και συναισθηματικά, άνδρα, ο οποίος συναναστρέφεται φιλικά, ειλικρινά και με κατανόηση με τον περίγυρο του. Υστερεί, ωστόσο, «σωματικά», με την ανασφάλεια της ηλικίας του και του παράλυτου χεριού του, να τον θέτουν σε μια μορφή προσωπικής απομόνωσης από τον κόσμο και ειδικότερα τις γυναίκες. Από την άλλη  η Mária (Alexandra Borbély) αποτελεί το «σώμα», κατέχοντας οξυμένες αισθήσεις και ένα υγιές, όμορφο και νεανικό σώμα. Το πρόβλημα της είναι ο ψυχικός της κόσμος, πάσχοντας από κάποιο είδος ελαφρού αυτισμού (όπως υπονοείται), ανταποκρίνεται στο περιβάλλον γύρω της με κυνισμό και με έναν φόβο σωματικής επαφής, καθιστώντας την σε μια παρόμοια μοναχική κατάσταση με τον Endre.

Αυτοί οι δύο αντίθετοι κόσμοι των ηρώων εκφράζονται μέσω μιας παραλληλίας και μιας κατά διαστήματα τομής. Οι δύο ήρωες ζούνε παράλληλες ζωές, αδυνατώντας να επικοινωνήσουν πραγματικά, παρά μόνο στα όνειρα τους (σημείο τομής). Στον πραγματικό κόσμο βρίσκουν συνεχώς εμπόδια, όπως γίνεται φανερό με τα διπλοκαδραρισμένα και ελαφρώς γεωμετρικά ασύμμετρα πλάνα, με την κάμερα να παρακολουθεί τους ήρωες μέσω κάποιας διαστρέβλωσης, όπως τζάμια, φυσικά ανοίγματα ή αντανακλάσεις. Η ωμή πραγματικότητα συνταξιδεύει με τον ονειρικό ρομαντισμό, ως ότου συναντηθούν, όπως η «ψυχή» και το «σώμα» μέσω του έρωτα. Ενδεικτικό παράδειγμα οι τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου ενώ οι οι ήρωες κάνουν έρωτα, η κάμερα εστιάζει μία στον ένα και μία στον άλλο, ποτέ όμως και στους δυο μαζί, τονίζοντας την παραλληλία. Η ολοκλήρωση της πράξης θα αποκαλύψει για πρώτη φορά ένα ευρύτερο πλάνο με τους δύο μαζί, ευτυχισμένους και γαλήνιους, ενώ το χιονισμένο δάσος του ονείρου, πλέον άδειο, εξαφανίζεται σταδιακά. Το σώμα και η ψυχή έχουν βρει πλέον το σημείο συνάντησής τους.

Πέρα από την αξιέπαινη δουλεία της καταξιωμένης Ουγγαρέζας σκηνοθέτιδας, Ildikó Enyedi, τόσο στο σκηνοθετικό, όσο και στο σεναριακό κομμάτι, χαρίζοντας της δίκαια την βράβευση στο Βερολίνο, αξιοσημείωτο είναι και το έργο των ηθοποιών, με τους δυο πρωταγωνιστές να ανταποκρίνονται εξαίρετα στις απαιτητικές ανάγκες των ρόλων τους. Το μόνο ίσως αρνητικό, η χρήση των storylines των δευτερευόντων χαρακτήρων, οι οποίες αν και είχαν προοπτικές για κάτι πολυσύνθετο, αρκέστηκαν στην απλή υποβοήθηση της κεντρικής ιστορίας. Παρόλα αυτά περνάει ανεπαίσθητα, καθώς όλες οι ιστορίες δένουν αρμονικά, χωρίς σεναριακά κενά, οπότε δεν χρήζει σοβαρό πρόβλημα.

Εν κατακλείδι, συνολικά, μια όμορφη ιστορία αγάπης, με μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική προσέγγιση και μια προσεγμένη κινηματογράφηση, αποτελεί δίκαια μία από τις καλύτερες και πιο ιδιαίτερες ταινίες της χρονιάς.

 

 

Ψηφίστε την ταινία

4 Ψηφοφορία κριτικού
0 Ψήφοι χρηστών (0 ψήφοι)
Συνολική ψήφος

On Body and Soul On Body and Soul On Body and Soul On Body and Soul On Body and Soul

Γιώργος Κωστίδης

Γιώργος Κωστίδης

Ο Γιώργος Κωστίδης είναι ένας αυτόφωτος καλλιτέχνης. Μια κινηματογραφική, και όχι μόνο, αυθεντία. Ένας γεννημένος σταρ. Ή έτσι τουλάχιστον πιστεύει. Θεωρεί τον εαυτό του πνευματικό παιδί του Tarantino και όνειρο του είναι να γίνει ο επόμενος James Bond. Όταν σταματάει να κοιτάζεται στον καθρέφτη, του αρέσει να αφήνεται στον ρομαντισμό παλιών κλασικών ταινιών, να εξερευνά indie παραγωγές, αλλά και να χάνεται στην geek κουλτούρα.

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Previous post

Επιβεβαιώθηκε ήδη το Jurassic World 3

Next post

When We First Met (2018) του Ari Sandel