FilmsReviews

The Lady from Shanghai (1947) του Orson Welles

Ο Orson Welles αποτελεί έναν από τους πιο χαρισματικούς και καινοτόμους Αμερικανούς κινηματογραφιστές της γενιάς του. Ο πολίτης Kane από μόνος του αρκεί για να πιστοποιήσει το παραπάνω. Παράλληλα, όμως, αποτελεί και έναν από τους πιο αδικημένους, αφού οι περισσότερες ταινίες του, στις οποίες εκτελούσε πολύπλευρο έργο πρωταγωνιστή, σκηνοθέτη και σεναριογράφου (γνωστός και ως ο «απόλυτος auteur»), υφίσταντο αυστηρούς ελέγχους και παρεμβάσεις εκ των στούντιο και των παραγωγών, με αυτούς να έχουν τον τελικό λόγο στα έργα του. Ως αποτέλεσμα, οι ταινίες του κυκλοφορούσαν αρκετά αλλοιωμένες, με εμφανείς τις κοινότυπες επιρροές του Hollywood. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το ιδιαίτερο film noir του Welles, με την λαμπερή παρουσία της Rita Hayworth στον πρωταγωνιστικό ρόλο , The Lady from Shanghai, η οποία, παρ’ όλες τις παρεμβάσεις που δέχθηκε, μεταξύ των οποίων η αφαίρεση 1 ώρας υλικού, καταφέρνει να σταθεί επάξια, απέχοντας ελάχιστα από τον χαρακτηρισμό του αριστουργήματος.

Κεντρικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Michael O’ Hara (Orson Welles), ένας γεροδεμένος και έντιμος ναύτης, γνωστός και ως «Μαύρος Ιρλανδός». Το κουβάρι της ιστορίας θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται μετά την μοιραία συνάντηση του  πρωταγωνιστή μας με την σαγηνευτική κοντοκουρεμένη ξανθιά, Elsa Bannister (Rita Hayworth), την οποία θα σώσει από ληστεία και θα ερωτευθεί με την πρώτη ματιά, «That’s how I found her and from that moment I did not use my head, except to think about her». Παρά το μυστηριώδες παρελθόν της, αλλά και του γάμου της με τον διάσημο μεγαλοδικηγόρο, Arthur Bannister (Everett Sloane), ο Michael θα παρασυρθεί από το πάθος του για την μοιραία ξανθιά, ακολουθώντας την ίδια, αλλά και τον πανούργο άνδρα της και τον αποκρουστικό φίλο του, George Grisby (Glenn Anders) στον πολυτελή τους βίο, δουλεύοντας ως ναυτικός στο σκάφος τους. Εκεί δεν θα αργήσει να μπλεχτεί σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι συνομωσίας, προδοσίας και φόνων, αποτελώντας το πιόνι στην φονική σκακιέρα που έχει στηθεί μεταξύ των τριών «καρχαριών», Elsa, Arthur και Grisby, όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλεί ο  πρωταγωνιστής μας. Όπου, όμως, μαζεύονται πολλοί καρχαρίες, ελλοχεύει ο κίνδυνος  να αλληλοσπαραχτούν.

Το ταλέντο του Orson Welles να στήνει πολυεπίπεδους και «γκρι» χαρακτήρες ενώ παράλληλα κρατά κάποια ποιητικότητα στο σενάριο του είναι δεδομένο και τα film noir, όπως το The Lady from Shanghai, αποτελούν ιδανικό μέσο αφήγησης για τις «σκοτεινές» του αναζητήσεις. Οι χαρακτήρες ενώ σε πρώτη ανάγνωση φαντάζουν στερεοτυπικοί και σχετικά κοινοί για το είδος, μια πιο προσεκτική ματιά στα λεγόμενα τους, θα φανερώσει μεγαλύτερο βάθος. Κανείς δεν είναι απόλυτα καλός και κανείς απόλυτα κακός. Ο Michael αποτελεί έναν σχετικά απλοϊκό και καλό άνθρωπο, ο οποίος, όμως, δεν διστάζει να παρανομήσει χάριν των  ιδανικών του, όπως φανερώνει το αιματηρό του παρελθόν, αλλά και η ανεξέλεγκτη αφοσίωση του στην Elsa. Από την άλλη η Elsa αποτελεί την απόλυτη femme fatale. Άλλωστε, στο ρόλο είναι η μεγάλη Rita Hayworth, η οποία καταφέρνει, μετά την Gilda, να παρουσιάσει μια ακόμα δυναμική και αισθησιακή μοιραία γυναίκα. Μια γυναίκα που αποζητά την αγάπη, αλλά η μοχθηρή και εκδικητική της φύση την καθιστά έρμαιο των παθών της μέχρι το τραγικό της φινάλε. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δυο ανταγωνιστές, Bannister και Grisby, με τον πρώτο να ζει στην αυταπάτη της εύπορης ζωής του, κυριευμένος παράλληλα με τις ανασφάλειες για την νεότερη γοητευτική του σύζυγο, ενώ ο δεύτερος αποτελεί ίσως έναν από τους  πιο «creepy» χαρακτήρες στην ιστορία του noir.

Σημαντικό ρόλο στην σκιαγράφηση των παραπάνω χαρακτήρων, εκτός των εξαιρετικών ερμηνειών των ηθοποιών, παίζουν και οι καλογραμμένοι διάλογοι, οι οποίοι καταφέρνουν να προσδώσουν βάθος, στην ταινία και εμφανή αλληγορικό χαρακτήρα, θέτοντας αρκετά φιλοσοφικά ερωτήματα για την ζωή. Μεταξύ άλλων θίγονται θέματα όπως ο συνεχής αγώνας κυριαρχίας, η ματαιοδοξία, η ανθρώπινη απληστία αλλά και η ακαταμάχητη δύναμη των παθών μας. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής μας αντιπροσωπεύει επάξια το κεντρικό μοτίβο της ταινίας: πολλές φορές μπορεί να ξεχωρίζουμε το λογικό από το παράλογο, αλλά επιλέγουμε να ακολουθήσουμε το δεύτερο παρά την αυτογνωσία του λάθους μας.

Πηγαίνοντας στα τεχνικά στοιχεία της ταινίας, ήρθε η στιγμή να αιτιολογήσουμε την παρέμβαση του στούντιο, η οποία προαναφέρθηκε στην εισαγωγή. Ο Welles από την πρώτη κιόλας ταινία, η οποία τυχαίνει να είναι το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του κινηματογράφου, Ο πολίτης Kane, έδειξε τις ριζοσπαστικές του τάσεις όσον αφορά την κινηματογραφική τέχνη, γεγονός που δεν άρεσε ιδιαίτερα στους χολυγουντιανούς παραγωγούς της εποχής, αδυνατώντας να κατανοήσουν και να αποδεχτούν την προσέγγιση του. Όπως μας εξηγεί και ο ίδιος σε επιστολή του, η Κυρία από την Σαγκάη δεν αποτέλεσε εξαίρεση, με την τελική επιμέλεια να περνά στα χέρια των παραγωγών και διευθυντών του στούντιο. Έτσι, έχουμε ένα τεράστιο όγκο γυρισμένου υλικού «κομμένου» στο τελικό μοντάζ κόντρα στην επιθυμία του σκηνοθέτη, με το περισσότερο να προέρχεται από την υπέροχη τελική σκηνή κορύφωσης στο δωμάτιο με τους καθρέφτες. Μάλιστα, σαν να μην έφτανε η συρρίκνωσή της, πρόσθεσαν μουσική στην σκηνή, «αλλοιώνοντας» την αίσθηση της δραματικότητας. Είναι κρίμα αν αναλογιστεί κανείς, ότι μια από τις πιο εμπνευσμένες και χαρακτηριστικές στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη αν είχε διατηρηθεί το αρχικό υλικό ανέγγιχτο. Στις υπόλοιπες τροποποιήσεις συγκαταλέγεται το κοινότυπο και σχετικά αδιάφορο θεματικό τραγούδι, το εκτός τόπου τραγούδι της Rita Hayworth, Please Don’t Kiss Me, στο καράβι, αλλά και τα αμέτρητα περιττά κοντινά στο πρόσωπο της λαμπερής σταρ. Όλες αυτές οι αλλαγές συντέλεσαν  σε στιγμές στη ταινία, ο οποίες μοιάζουν βιαστικές και ασύνδετες, ενώ άλλες να επισκιάζουν την υπόλοιπη εξαιρετική δουλειά.

Όμως, παρ’ όλες τις αλλαγές, η ταινία καταφέρνει και πάλι να ξεχωρίσει με τα χαρακτηριστικά low angle πλάνα, χαμηλότονο και οπίσθιο φωτισμό με κιαροσκούρο, τεχνικές κατά κόρων δουλεμένες από τον Welles. Σε αυτές έρχονται να προστεθούν και τα υπέροχα εξωτερικά πλάνα αλλά και τα καλοστημένα σκηνικά. Ειδική μνεία αξίζει φυσικά στην τελική σκηνή κορύφωσης, που προαναφέραμε, η οποία συντελεί σε ένα από τα καλύτερα φινάλε film noir. Οι ηθοποιοί όλοι αντάξιοι της φήμης τους, ξεχωρίζοντας προσωπικά, τον Everett Sloane και την όμορφη ερμηνεία του αδίστακτου δικηγόρου. Το μόνο ίσως αρνητικό, η ίσως κακή χημεία των δύο πρωταγωνιστών, Orson Welles και Rita Hayworth, δικαιολογημένη, μάλλον, από το τέλος του γάμου τους στην πραγματική ζωή.

Εν κατά κλείδι, ένα κλασικό noir, το οποίο παρά τις απαράδεκτες παρεμβάσεις που δέχτηκε, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα καλύτερα του είδους, απέχοντας, ίσως, ελάχιστα από το να χαρακτηριστεί ένα all time αριστούργημα.

Previous post

Kill Bill: Vol. 2 (2004) του Quentin Tarantino

Next post

Το πρώτο teaser για την ταινία «Mother!» είναι απλώς ανατριχιαστικό

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Κωστίδης

Γιώργος Κωστίδης

Ο Γιώργος Κωστίδης είναι ένας αυτόφωτος καλλιτέχνης. Μια κινηματογραφική, και όχι μόνο, αυθεντία. Ένας γεννημένος σταρ. Ή έτσι τουλάχιστον πιστεύει. Θεωρεί τον εαυτό του πνευματικό παιδί του Tarantino και όνειρο του είναι να γίνει ο επόμενος James Bond. Όταν σταματάει να κοιτάζεται στον καθρέφτη, του αρέσει να αφήνεται στον ρομαντισμό παλιών κλασικών ταινιών, να εξερευνά indie παραγωγές, αλλά και να χάνεται στην geek κουλτούρα.