ReviewsTV

Κωνσταντίνου και Ελένης (1998-2000) των Χάρη Ρώμα και Άννας Χατζησοφιά

Μία από τις γνωστότερες σειρές στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, το Κωνσταντίνου και Ελένης (1998-2000) είναι ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο: αν και το τελευταίο της επεισόδιο μεταδόθηκε το 2000, έκτοτε έχει προβληθεί σε επανάληψη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σειρά του ANT1 (το κανάλι μετάδοσής της) – και συνεχίζει, μέχρι και σήμερα, να προβάλλεται τακτικά. Ταυτόχρονα, παραμένει εξίσου εκπληκτικό και το γεγονός πως σημειώνει υψηλά νούμερα τηλεθέασης, ακόμη και 17 χρόνια μετά τη λήξη του δεύτερου και τελικού της κύκλου. Ελάχιστες σειρές έχουν πετύχει να αγγίξουν σε τέτοιο βαθμό το ελληνικό κοινό· εγχώριες και μη. Τι είναι αυτό λοιπόν που διατηρεί σταθερή την ικανότητά της να διασκεδάσει, έστω κι αν έχει δει κανείς τα επεισόδιά της δεκάδες φορές;

Πρωταγωνιστές του Κωνσταντίνου και Ελένης είναι ο Κωνσταντίνος Κατακουζηνός (Χάρης Ρώμας) και η Ελένη Βλαχάκη (Ελένη Ράντου). Ο πρώτος, είναι επίκουρος καθηγητής της έδρας της Βυζαντινολογίας, με το όνειρο να εκδοθεί κάποτε το σύγγραμμά του «Το αποχετευτικό σύστημα στο Βυζάντιο», μία διατριβή που ο ίδιος θεωρεί αριστούργημα. Συντηρητικός, θρήσκος, απίστευτα εκκεντρικός και εξίσου μισάνθρωπος, τοποθετείται στον ακριβώς αντίθετο πόλο σε σχέση με την Ελένη: μία σερβιτόρα σε μπαρ, χωρίς πλάνο για τη ζωή και φιλοδοξίες, αντιδραστική, αθυρόστομη και συνήθως απένταρη. Παρ’ όλα αυτά, ενίοτε αποδεικνύεται ιδιαίτερα πονόψυχη. Φαινομενικά τίποτα δεν τους ενώνει, και πριν αρχήσει η σειρά, αυτό ήταν πράγματι αλήθεια. Ωστόσο, ο θείος του Κωνσταντίνου άφησε δύο αντικρουόμενες διαθήκες, οι οποίες και αποκαλύφθηκαν μετά τον θάνατό του: η μία ορίζει πως το σπίτι του ανήκει στην Ελένη, η άλλη όμως στον ανιψιό του. Ποια συντάχθηκε τελευταία; Απάντηση δεν υπάρχει, οπότε οι δύο διεκδικητές του νεοκλασσικού στο Μαρούσι αποφασίζουν να μείνουν μαζί στο επίμαχο σπίτι, μέχρι να αποφασίσει το δικαστήριο σε ποιον/α ανήκει η περιουσία. Κοντά τους γνωρίζουμε φίλους, φίλες, συγγενείς και ερωτικά ειδύλλια, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης των δύο βασικών χαρακτήρων, στην προσπάθειά τους να ξεφορτωθούν ο ένας τον άλλο, ή έστω να κάνουν τη ζωή τους δύσκολη.

Η σειρά δε μοιάζει να ξεχωρίζει για κάτι συγκεκριμένο, αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα ελληνικής τηλεοπτικής κωμωδίας, συγκεκριμένα ελληνικό sitcom, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του ’90. Η σκηνοθεσία της είναι απλή και το σενάριο στην καλύτερη περίπτωση ισάξιο με άλλες παρόμοιες ελληνικές σειρές. Οι ηθοποιοί ομολογουμένως πετυχαίνουν να δώσουν ζωή στους υπερβολικούς τους χαρακτήρες, με τις ερμηνείες τους ωστόσο να πλησιάζουν περισσότερο το θέατρο και λιγότερο την τηλεόραση. Μολαταύτα, η σειρά σημείωσε τεράστια επιτυχία, με το τέλος της μετά από μόλις 2 σεζόν να μοιάζει παράδοξο. 17 χρόνια μετά, η σειρά έχει αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα καλτ σήριαλ της ελληνικής tv, με το κοινό της να ανανεώνεται και να μεγαλώνει συνεχώς: πολλοί/ές θαυμαστές/τριές της είναι και παιδιά τα οποία μάλιστα γεννήθηκαν μετά το κλείσιμό της.

Η εξήγηση του φαινομένου αυτού ίσως να βρίσκεται στις ατάκες του σεναρίου, στο υπερβολικό στοιχείο αλλά και στον νοσταλγικό χαρακτήρα που διακρίνει πλέον τη σειρά. Κανείς μπορεί να πει πως αποτελεί ντοκουμέντο, πως μας επιτρέπει να δούμε, μέσα από μία κωμική σειρά, τους τρόπους και τη ζωή των Ελλήνων στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μία εποχή ριζικών αλλαγών που βρίσκεται πια αρκετά πίσω μας. Το χιούμορ της φαντάζει ξεπερασμένο, ίσως και πολιτικά μη-ορθό (σε σχέση με τον κωμικό χαρακτήρα σειρών του σήμερα), όμως αυτή ακριβώς η προσωπικότητα φαίνεται να καθιστά το Κωνσταντίνου και Ελένης μία διαχρονική ελληνική κωμική σειρά και μία από τις καλύτερες της χώρας.

 

 

Previous post

Blade Runner (1982) του Ridley Scott

the beguiled κριτικη ταινιασ the reviewer
Next post

The Beguiled (2017) της Sofia Coppola

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Δήμογλου

Γιώργος Δήμογλου

Ο Γιώργος είναι φοιτητής του τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. με ξεχωριστή αγάπη για το σενάριο και τη συγγραφή. Στο παρελθόν συμμετείχε ως ηθοποιός σε μερικές ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, όμως στην πορεία τον κέρδισε η μαγεία του σινεμά. Λατρεύει τον κόσμο των ταινιών, με μοναδική θέση στην καρδιά του να κατέχει ο κινηματογράφος της Ιαπωνίας. Όντας οργανωτικός, σαφώς πάντοτε βρίσκει λίγο χρόνο για να γράψει κανένα ποίημα και να ακούσει μουσική. Όνειρό του να μάθει Ιαπωνικά και να δημιουργεί ταινίες στο Τόκιο.