ComicsFilmsReviews

Guardians of the Galaxy Vol. 2 του James Gunn

Το πρώτο Guardians of the Galaxy εντυπωσίασε το κοινό όσο λίγες ταινίες δράσης. Εκτός αυτού, προσέφερε μία νέα πιο ανεξάρτητη οπτική στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel, καθώς τα γεγονότα – τουλάχιστον άμεσα – δεν συνδέονταν με τα γεγονότα των άλλων ταινιών. Έτσι το κοινό είδε μία ταινία γεμάτη easter eggs αλλά και ασταμάτητη δράση στους πιο μακρινούς πλανήτες. Αυτήν την φορά, ο James Gunn σκηνοθέτης του Guardians of the Galaxy, επιστρέφει με το δεύτερο μέρος των περιπετειών της αγαπημένης μας ομάδας ηρώων (και λίγο αντι-ηρώων θα μπορούσαμε να πούμε).

Η ταινία έχει να κάνει με το παρελθόν του Peter/Star-Lord (Chris Pratt), καθώς εμφανίζεται από το πουθενά ο πατέρας του και παίρνει εκείνον και την ομάδα του στον πλανήτη του (που στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος και η ανθρώπινη μορφή του είναι απλά δανεική). Ταυτόχρονα δημιουργούνται νέες απρόσμενες συμμαχίες αλλά και έχθρες.

Όπως είχα αναφέρει και για το Stranger Things, το Guardians of the Galaxy αποτελεί – διακριτικά – έναν φόρο τιμής στις ταινίες των ’80s και ενώ έχει εφέ τελευταίας τεχνολογίας, καταφέρνει και δίνει μία εσάνς από εκείνη την εποχή. Σε πολλές περιπτώσεις θα τολμούσα να πω ότι το δεύτερο μέρος των ταινιών είναι καλύτερο από τον προκάτοχο του, καθώς και η αφήγηση δένει άψογα, αλλά και είναι ένα οπτικό αριστούργημα. Αυτήν την φορά τα διακυβεύματα είναι περισσότερα αλλά κυρίως έχουν πολύ μεγάλη επιρροή στους χαρακτήρες. Τα γεγονότα έχουν μία ομαλή συνοχή και συνδέονται από μία ροή αιτίου-αιτιατού μεταξύ τους, με σκοπό πάντα να δημιουργήσουν τόξα μεταβολής για τους χαρακτήρες και να τους αναπτύξουν περαιτέρω. Έτσι από σχετικά αντιπαθητικά εγωκεντρικά όντα που ήταν οι χαρακτήρες στην αρχή της πρώτης ταινίας, πλέον γίνονται μία δεμένη οικογένεια με καθέναν από τους οποίους το κοινό ταυτίζεται και έρχεται πιο κοντά ολοένα και περισσότερο μέχρι και την αποκλιμάκωση. Στο Guardians of the Galaxy Vol. 2 το χιούμορ είναι ακόμη περισσότερο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορείς να το πάρεις στα σοβαρά. Παρόλα αυτά, υπάρχει υπερβολικό χιούμορ ακόμη και σε σκηνές αλλά και σεναριακά plot points το οποίο αν και καλό ίσως να είχε συναισθηματικά καλύτερη λειτουργία αν δεν υπήρχε. Φαίνεται δηλαδή μερικές φορές σαν να πιέζει ο δημιουργός το κοινό να γελάσει. Όπως και να έχει όμως το χιούμορ του σε καμία περίπτωση δεν είναι κακόγουστο.

Όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ταινίας, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε παρά μόνο για ένα αριστούργημα, αν και εδώ για άλλη μια φορά όπως και σε κάθε άλλη ταινία του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel, δεν υπάρχει το έντονο κοντράστο που θα μας έκανε να νιώθουμε σαν να βγαίνει από τις σελίδες των κόμικ. Σίγουρα όμως για πρώτη φορά, αυτή η ταινία μας φέρνει πιο κοντά σε αυτήν την αισθητική. Τα εφέ φυσικά είναι όπως πάντα αξεπέραστα μόνο με την εγγύηση της Animal Logic. Και φυσικά όπως μας έχει συνηθίσει, η ιδιαίτερη μουσική υπόκρουση της ταινίας σε ρυθμούς ’80s εναρμονίζεται άψογα με την οπτική της αισθητική δημιουργώντας ένα άριστο οπτικοακουστικό αποτέλεσμα.

Εν τάχει, το Guardians of the Galaxy Vol. 2 είναι μία από τις καλύτερες ταινίες δράσης που έχουν βγει η οποία σε πάρα πολλά αφηγηματικά κυρίως σημεία, είναι ανώτερη από τον προκάτοχο του, και είναι μία από τις ταινίες που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι τελικά αν και στον κινηματογράφο δεν υπάρχει παρθενογένεση, υπάρχει σίγουρα ταλέντο. Και μέσα σε όλα αυτά μας χαρίζει έναν ακόμη πιο αξιολάτρευτο Groot. 

 

 

Previous post

Οι 5 καλύτερες ταινίες του 2017 μέχρι σήμερα

Next post

Hunger (2008) του Steve McQueen

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δημήτρης Φλωρής

Δημήτρης Φλωρής

Ο Δημήτρης Φλωρής κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών στο Α.Π.Θ. με ειδικότητα στο μοντάζ και την κινηματογραφική/τηλεοπτική κριτική και θεωρία. Κύριο αντικείμενο της μελέτης του είναι η επεισοδιακή αφήγηση και οι ειδολογικές συμβάσεις του superhero genre. Έχει συμμετάσχει ως σκηνοθέτης ή/και μοντέρ σε τέσσερις ταινίες προπτυχιακού επιπέδου. Οι τρεις είναι μυθοπλασίας και η μία ντοκιμαντέρ.