FilmsHorrorReviewsSpecials

Green Room (2016) του Jeremy Saulnier

Αν αναζητάς ένα σκληρό, ανατριχιαστικό κι αιματηρό θρίλερ, δε χρειάζεται να ψάξεις πέρα από το «Green Room». Η ταινία έκανε πρώτη φορά την εμφάνισή της τον Μάιο του 2015, αλλά κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. τον επόμενο χρόνο. Δυστυχώς δεν πέτυχε στο box-office λόγω της περιορισμένης της διανομής, όμως αυτό δεν την εμπόδισε από το να αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της, τόσο στο κοινό, όσο και στους κριτικούς που είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν. Πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων, ο Patrick Stewart και ο Anton Yelchin· ο δεύτερος σ’ έναν από τους τελευταίους ρόλους που ερμήνευσε πριν από τον πρόωρο θάνατό του το 2016.

Η ταινία ακολουθεί τα μέλη μιας punk μπάντας, η οποία αναγκάζεται λόγω οικονομικών δυσκολιών να τραγουδήσει σε ένα club που κατακλύζεται από νεοναζί. Μετά το σόου, ανακαλύπτουν τη δολοφονία μιας νεαρής κοπέλας και καταλήγουν παγιδευμένοι στο μπαρ, καθώς είδαν κάτι που δεν έπρεπε να δουν. Ο υπεύθυνος λοιπόν αποφασίζει να οργανώσει την εξόντωσή τους.

Ενώ διαθέτει μερικά στοιχεία ταινιών τρόμου, το «Green Room» κατά βάση αποτελεί θρίλερ, και μάλιστα πρόκειται για ένα από τα καλύτερα των τελευταίων χρόνων. Είναι η τρίτη ταινία που σκηνοθετεί ο Jeremy Saulnier, αν και στο παρελθόν έχει συμμετέχει και σε διάφορες άλλες ως διευθυντής φωτογραφίας. Ίσως αυτή του η εμπειρία να μπορεί να δωθεί ως εξήγηση για τα σαγηνευτικά πλάνα της ταινίας: Η φωτογραφία αποτελεί πιθανότατα και το κορυφαίο της στοιχείο. Τα κάδρα της είναι απορροφητικά και χαρακτηρίζονται από ρυθμό, όσον αφορά τη χρωματική παλέτα και τον φωτισμό. Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, μουντή, κι αυτή η προσέγγιση ενισχύει τη δύναμη της αφήγησης. Καθώς η ταινία κυρίως στηρίζεται στην αποτύπωση ωμών βίαιων στιγμών, ο ορθός χειρισμός της κάμερας αυξάνει το αντίκτυπό τους στο κοινό. Συγχρόνως, η πλοκή είναι καλοδομημένη, συλλαμβάνει με επιτυχία τη προσοχή του/της θεατή και σε κρατά αν μη τι άλλο σε εγρήγορση. Αν κάτι ενοχλεί στο σενάριο, αυτό είναι ο διάλογος, ο οποίος μοιάζει κάπως πρόχειρος: Μερικές ατάκες και μοτίβα δεν δένουν αρμονικά με την αίσθηση ρεαλισμού που επιχειρεί η ταινία να παράγει. Κάποιες φορές, φαίνεται οι χαρακτήρες να μην αντιδρούν όπως κανείς/καμία θα περίμενε. Ευτυχώς όμως, οι ηθοποιοί (και αναφέρομαι όχι απλώς στους πρωταγωνιστές, αλλά και σε ολόκληρο το cast) δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας, μειώνοντας την ισχύ του ελλατώματος αυτού. Στη γοητεία της ταινίας συμβάλλει την ίδια στιγμή και η μετεπεξεργασία της, το μοντάζ, η ηχητική και μουσική της επένδυση.

Το «Green Room» είναι σχετικά μη-γνωστό και είναι πράγματι κρίμα, ειδικά όταν έρχεται σε σύγκριση με ταινίες του είδους οι οποίες πετυχαίνουν εμπορικά, αλλά διακρίνονται από κατώτερη ποιότητα. Η δυναμική του θα παρασύρει αδιαμφισβήτητα κάθε βλέμμα που αγαπά να μην αντέχει να κοιτάζει από τον φόβο.

 

Previous post

Prison Break- 5ος κύκλος (2017)

Next post

Wonder Woman (2017) της Patty Jenkins

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Δήμογλου

Γιώργος Δήμογλου

Ο Γιώργος είναι φοιτητής του τμήματος Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. με ξεχωριστή αγάπη για το σενάριο και τη συγγραφή. Στο παρελθόν συμμετείχε ως ηθοποιός σε μερικές ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, όμως στην πορεία τον κέρδισε η μαγεία του σινεμά. Λατρεύει τον κόσμο των ταινιών, με μοναδική θέση στην καρδιά του να κατέχει ο κινηματογράφος της Ιαπωνίας. Όντας οργανωτικός, σαφώς πάντοτε βρίσκει λίγο χρόνο για να γράψει κανένα ποίημα και να ακούσει μουσική. Όνειρό του να μάθει Ιαπωνικά και να δημιουργεί ταινίες στο Τόκιο.