Essays on FilmGreeksSpecials

Ο καλός, ο κακός και ο (επι)κριτικός: Xenia (2014)

Καμιά ταινία δεν είναι καλή ή κακή, οι ταινίες είναι ένα κομμάτι τέχνης και όπως κάθε τι που γυρίζει γύρω από αυτήν είναι πολύπλευρες και χρειάζεται παραπάνω από μια ματιά για να τις κρίνεις. Έτσι, αυτήν φορά πέρα από μια απλή σύνοψη και αν μου αρέσει ή όχι μια ταινία αποφάσισα να κάνω μια εκτενέστερη ανάλυση πριν καταλήξω στο ναι ή το όχι. Προφανώς θα υπάρχουν spoiler οπότε αν θέλετε να δείτε την ταινία χωρίς να σας επηρεάσω με κάποιον τρόπο καλύτερα να διαβάσετε το άρθρο αφού την ολοκληρώσετε.

 

Σύνοψη

Το «Xenia»του Πάνου Κούτρα αποτελεί μια σύγχρονη οδύσσεια που πραγματεύεται το ταξίδι του νεαρού Ντάνυ και του αδελφού του Οδυσσέα προς την Θεσσαλονίκη, με σκοπό να συμμετάσχει ο Οδυσσέας σε ένα σόου τραγουδιού για την ανάδειξη καινούργιων ταλέντων και να ξαναβρεθούν με τον πατέρα τους, ο οποίος τους είχε εγκαταλείψει. Προφανώς η διαδρομή δεν είναι μια απλή βόλτα με το τρένο, αλλά κατακλύζεται από αναποδιές, γνωριμίες και δράση.

 

Ο Καλός

Ξεκινώντας από το πιο απλό θεωρώ πως η ύπαρξη αυτής της εμμονής με την ζάχαρη, τα γλυκά και τα γλειφιτζούρια του Ντάνυ ήταν πάρα πολύ έξυπνη. Έδωσε στον θεατή ένα άμεσο στοιχείο του πρωταγωνιστή της ταινίας, θυμίζοντάς του επίσης πως ο είναι ένα νεαρό αγόρι μόλις δεκαπέντε χρονών.

Η χημεία μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών ήταν εξαιρετική. Μπορεί να μην έμοιαζαν ιδιαίτερα όμως φαινόταν πως είχαν άνεση μεταξύ τους και οι σκηνές με τα τραγούδια και τους χορούς, τις οποίες μπορώ να πω πως συνήθως απεχθάνομαι, περνούσαν αρκετά ευχάριστα.

 Ο Άγγελος Παπαδημητρίου αποτέλεσε μια εξαιρετική επιλογή και οι ονειρικές σκηνές του Ντάνυ, στις οποίες θυμόταν τον πατέρα του και το γεγονός ότι τον κοίμιζε στο στήθος του ήταν από τις καλύτερες κινηματογραφικά στο πέρασμα της ταινίας.

Θετικό θα θεωρήσω ακόμη το γεγονός πως ο Κούτρας προσπάθησε να θέσει πολλά ελληνικά (και γενικότερα) προβλήματα, όπως ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι ομοφυλόφιλοι ή οι ξένοι, η βία, τα εφηβικά προβλήματα κ.α, χωρίς αυτά να αποτελέσουν τον βασικό άξονα της ταινίας και χωρίς να σε απομακρύνουν από την κύρια ιστορία.

Το τέλος σου άφηνε μια γλυκιά γεύση, πράγμα αρκετά σημαντικό, αφού το «κακό τέλος» στις ταινίες έχει μετατραπεί πλέον σε συνήθεια. Ενώ, οι μουσικές επιλογές ήταν εξαιρετικές, με την Patty Pravo να κατακλύζει την ταινία.

 

Ο Κακός

Το κουνέλι! Δεν ξέρω γιατί οι σεναριογράφοι έχουν τόση αγάπη για τα κουνέλια, ίσως επειδη συμβολίζουν την οικογένεια, τον κύκλο της ζωής και σε πολλές παραδώσεις την επιθυμία. Παρόλα αυτά το κουνέλι θα αποτελούσε κάτι πρωτότυπο και ιδιαίτερο αν βρισκόμασταν σε μια ταινία του 1960, για την εποχή μας το θεώρησα πολύ προφανές και από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ήταν φανερό πως κάτι τρέχει με αυτό. Ήταν ωραίο που υπήρχε ένα δέσιμο του Ντάνυ με την παιδική του ηλικία/ αθωότητα αλλά νομίζω πως ένα πιο έμπειρο κοινό (που πλέον είναι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό) θα περίμενε κάτι παραπάνω.

Ένα μεγάλο αρνητικό που εντόπισα είναι πως πολλά από τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν στην Ελλάδα και επειδή η ταινία ήταν τόσο συνδεδεμένη με την χώρα πιστεύω πως θα έπρεπε να αποφευχθούν. Η σκηνή με τους φασίστες να επιτίθενται σε ανθρώπους που ζουν στην Ελλάδα μα για αυτούς δεν μοιάζουν Έλληνες ήταν αρκετά ρεαλιστική (δυστυχώς) και την βρήκα σημαντική για την εξέλιξη της ιστορίας, πολλά από αυτά που ακολούθησαν όμως όχι και τόσο. Στην Ελλάδα το να σηκώσει κάποιος πιστόλι και να πυροβολήσει κάποιον προκαλεί μεγάλες αναταραχές, μέρα μεσημέρι σε μια κεντρική πλατεία θα ήταν πολύ δύσκολο ο Ντάνυ και ο Οδυσσέας να μπορέσουν απλά να φύγουν. Ακόμη κι αν δείχνει πως έτρεξαν και κρύφτηκαν μου φαίνεται δύσκολο σχεδόν ακατόρθωτο να μην τους πιάσει κανείς, παίρνοντας ως δεδομένο πως δεν είναι «άνθρωποι της νύχτας», αλλά απλά παιδιά και δεν είμαστε στην Αμερική, αλλά στην Ελλάδα. Η σκηνή μέσα στο σπίτι του υποτιθέμενου «πατέρα» τους είναι το λιγότερο υπερβολική, αν και ο μικρός μονόλογος του Οδυσσέα είναι μια όμορφη νότα λίγο πριν το κλείσιμο της ταινίας, δεν νομίζω να μπορεί να σταθεί ως ρεαλιστική σκηνή. 

Το πώς βρήκε το όπλο είναι επίσης ένα ερώτημα, δέχομαι πως είμαστε στην Κρήτη που υπάρχει μια «έφεση» με τα όπλα, ο Ντάνυ είναι ανήλικος όμως, το να βρεις και να αγοράσεις όπλο δεν είναι αντίστοιχο με το να βρεις και να αγοράσεις «χόρτο» ή κάτι εξίσου παράνομο, είναι μια εντελώς άλλη διαδικασία. Σε όλη την διάρκεια του έργου αν και βλέπουμε πως τα δύο παιδιά μπορούν να τα καταφέρουν σε αντίξοες συνθήκες, δεν αποτελούν άτομα που βρίσκονται μέσα στα πράγματα και ανά πάσα στιγμη θα μπορούσαν να έχουν ή να βρουν ότι θέλουν, το αντίθετο θα έλεγα.

Επιπλέον, ο Ντάνυ ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι δυο βδομάδες μετά τον θάνατο της μητέρας του απλά πήρε το πλοίο και πήγε στον αδελφό του, τον οποίο είχε να δει τέσσερα χρόνια, τον βρήκε και απλά του είπε πως η μητέρα τους πέθανε. Όλο αυτό μου φάνηκε αρκετά… Αναίσθητο. Αν και πολλά συναισθήματα των χαρακτήρων εκφράστηκαν μέσα στην ταινία θεωρώ πως σε αυτό το σημείο υπήρχε απλά ένα τεράστιο κενό. Μπορώ να δεχτώ πως ο Ντανυ ήταν σκληραγωγημένος λόγω των συνθηκών που περνούσε καθημερινά, ότι η μητέρα του ήταν αλκοολική, ο ίδιος θα δεχόταν συχνά bulling από τους συμμαθητές και γενικότερα η ζωή του δεν ήταν εύκολη, σε όλη την διάρκεια της ταινίας όμως βλέπουμε πως έχει ευαίσθητες πλευρές, παρεξηγείται εύκολα, κάνει επιπόλαιες κινήσεις, με λίγα λόγια είναι ακόμη παιδί οπότε είναι δύσκολο να «δικαιολογήσω» αυτή την ωμή αντίδραση.

Τέλος, πρέπει να τονίσω πως η σκηνοθεσία δεν με ενθουσίασε στο σύνολό της. Σίγουρα υπήρχαν μερικές καλές στιγμές, όπως προανέφερα αλλά σε γενικές γραμμές ήταν κάτω του μετρίου με πλάνα που κουνιούνται χωρίς ιδιαίτερο σκοπό και μέτρια κάδρα, ενώ ούτε η υποκριτική με κάποιες εξαιρέσεις βρισκόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο.

 

Ο (Επι)κριτικός

Η ταινία είναι αρκετά εφηβική και κινείται έξυπνα ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα. Συναισθηματικά δεν με άγγιξε, αν και αποτελείται από διάφορα επίπεδα που παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον για εμένα, ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος τα αντιμετώπισε σε ένα καθαρά πρώτο επίπεδο, ίσως αν τα ανέλυε περισσότερο και δεν τα ανέφερα απλά να αποχτούσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Σίγουρα μπορεί να ικανοποιήσει κάποιον που ενδιαφέρεται για ένα χαλαρό απόγευμα μέσα στο σπίτι με τους φίλους του, όμως δεν μπορώ να την θεωρήσω σε καμία περίπτωση κινηματογραφικό διαμάντι ή must-watch, είναι μια απλή ταινία που θα σας κρατήσει συντροφιά για δυο ώρες, βέβαια δεν υπάρχει κάτι κακό σε αυτό…  Τα συμπεράσματα είναι υποκειμενικά, όπως σε κάθε μορφή τέχνης άλλωστε!

 

Previous post

Unfinished Business (2015) του Ken Scott

Next post

7 πραγματικές ιστορίες πίσω από ταινίες τρόμου

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ελένη Αναστασιάδου

Ελένη Αναστασιάδου

Η Ελένη Αναστασιάδου, φοιτήτρια του τμήματος Γεωπονίας στο Α.Π.Θ. και απόφοιτος Σκηνοθεσίας ιδιωτικής σχολής, ασχολείται με την συγγραφή σεναρίων και διηγημάτων και πρόσφατα έκανε τα πρώτα βήματα τα της στην τηλεόραση με την συμμετοχή σε εκπομπή της ΕΡΤ3, καθώς και την κοινωνική διαφήμιση της Α21. Αγαπά τον κινηματογράφο και την τηλεόραση έχοντας αδυναμία σε οτιδήποτε πρωτοποριακό και ιδιαίτερο.