Essays on FilmFilmmaker's Corner

The Godfather: Το αίμα νερό δε γίνεται

Το 1972 κυκλοφορεί στους κινηματογράφους μία ταινία η οποία μερικά χρόνια από τότε πρόκειται να χαρακτηριστεί ως ιστορική και η οποία θα αποτελεί ένα τεράστιο σήμα κατατεθέν για τη βιομηχανία του Hollywood πόσο μάλλον ολόκληρου του κινηματογράφου. Σε σκηνοθεσία Francis Ford Coppola, ο Νονός είναι το πρώτο μέρος μίας ιστορικής τριλογίας η οποία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Mario Puzo.

Πρωταγωνιστής της, ο Vito Corleone (Marlon Brando) ένας νονός της νύχτας ο οποίος όσο σκληρός κι αν είναι έχει τεράστια αδυναμία στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στο γιο του, Michael (Al Pacino). Η ταινία αφηγείται τη ζωή της οικογένειας του με την πάροδο των χρόνων και την μαφιόζικη οργάνωση των Corleone (αν και οι λέξη «mafia» δεν αναφέρεται ποτέ) η οποία κινδυνεύει από το εμπόριο των ναρκωτικών αλλά και τις αντίπαλες μεγάλες οικογένειες της νύχτας.

Αν και η ταινία εντάσσεται στο υπο-είδος των gangster, όντας μάλιστα η ταινία που το επαναπροσδιόρισε στο νέο κύμα του Hollywood, υπερέχει ο δραματικός και ο χαρακτηροκεντρικός τόνος καθ’ όλη τη διάρκεια της. Ακόμη και ο τίτλος μπορεί να ξεγελάσει καθώς σταδιακά αποκαλύπτεται ότι όλα όσα είδαμε χτίζουν τον χαρακτήρα του Michael ο οποίος πρόκειται να πάρει τα ηνία της οικογένειας μετά τον θάνατο του πατέρα του και να πάρει εκδίκηση από αυτούς που κάνουν κακό στην οικογένεια του.

Η ταινία ξεκινά τον Αύγουστο του 1945 με την πρώτη μεγάλη πράξη, αυτή του γάμου. Παράλληλα με το γάμο της κόρης του, Connie (Talia Shire), ο Vito Corleone μιλάει με έναν άντρα ο οποίος θέλει να πάρει εκδίκηση για το βιασμό της κόρης του. Ο Corleone παίρνει το ρόλο του δικαστή και εκπροσωπεί τη δικαιοσύνη μέσα στο σκοτεινό, με χαμηλότονο φωτισμό, γραφείο του. Προσπαθεί να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο και να κρίνει αν πρέπει να κάνει να κάνει τον βιαστή της κόρης του Bonasera (Salvatore Corsitto) να υποφέρουν, όπως υπέφερε και jzonndkη κόρη του. Για τον ήρωα μας, αυτό είναι παιχνιδάκι. Όμως αυτό που τον νοιάζει περισσότερο είναι η αδικία που πιστεύει ότι υπάρχει προς το μέρος του. «Δε θυμάμαι την τελευταία φορά που με προσκάλεσες στο σπίτι σου για ένα φλιτζάνι καφέ αν και η γυναίκα μου είναι η νονά της μοναχοκόρης σου,» λέει ο Corleone στον Bonasera και συμπληρώνει πως εάν ερχόταν μόνο ως φίλος και όχι ως πελάτης, ο βιαστής της κόρης του θα υπέφερε και ότι εχθρό αποκτούσε ο Bonasera θα γινόταν και εχθρός του ίδιου. «Τι έχω κάνει για να αξίζω τόση έλλειψη σεβασμού;» του λέει. Αυτό που νοιάζει πρώτα από όλα τον Corleone είναι να έχει καλούς και γερούς δεσμούς με άτομα που εκτιμά. Όσο σοβαρός και άγριος κι αν δείχνει, κρύβει έναν κόσμο συναισθημάτων και έναν κρυφό φόβο για τη μοναξιά καθώς αυτό που τον ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να έχει καλές σχέσεις. Ακόμη και η πληρωμή δεν τον ενδιαφέρει. Ενώ δέχεται να αποδώσει δικαιοσύνη για αυτό που συνέβη στην κόρη του Bonasera, δε ζητάει χρήματα. Ως αντάλλαγμα μόνο του ζητάει κάποτε να του ανταποδώσει μία χάρη όπως κάνει και αυτός σε εκείνον. Ένας από τους πέντε μεγαλύτερους μαφιόζους βάζει την φιλία και την οικογένεια πάνω από τα χρήματα.

Όλα αυτά συμβαίνουν στο σκοτεινό γραφείο του Corleone μέρα-μεσημέρι, την ώρα που έξω είναι σε εξέλιξη η γιορτή για το γάμο της κόρης του. Μετά το τέλος μάλιστα, ο Vito πηγαίνει στον κήπο για να φωτογραφηθεί μαζί με όλη τη φαμίλια εκτός από τον γιο του Michael ο οποίος είναι απομακρυσμένος από όλους. Μία τρομερή αντίθεση μεταξύ προσωπικών και επαγγελματικών θεμάτων αλλά και τους δύο κόσμους ανάμεσα στους οποίους λειτουργεί ο Corleone και κατ’ επέκταση, όλη του η οικογένεια. Ο γάμος, είναι επίσης μία ευκαιρία να μας συστήσει ο Coppola σε όλους τους χαρακτήρες που απαρτίζουν την ταινία. Σύντομα όμως, ο Vito φροντίζει να γυρίσει στο γραφείο του καθώς όσο έξω γίνεται ο γάμος εκείνος έχει δουλειές με ακόμη περισσότερα άτομα που έρχονται στο γραφείο του να του ζητήσουν χάρες. Τεράστια αντίθεση επίσης, ο συμβολικός σκοτεινός κόσμος του Vito με τον γάμο που γίνεται ακριβώς έξω σε έναν ηλιόλουστο κήπο.

Σε αυτό το σημείο προστίθεται και ο Johnny Fontane (Al Martino) ο οποίος ζητάει από τον Vito να τον βοηθήσει να πάρει ένα ρόλο για μία ταινία του διάσημου παραγωγού Jack Woltz (John Marley) η οποία θα κάνει καλό στην καριέρα του. «Ένας άντρας που δεν περνάει χρόνο με την οικογένεια του δεν είναι πραγματικός άντρας,» λέει ο Corleone κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Johnny, δείχνοντας για άλλη μια φορά τη σημασία της οικογένειας που πιστεύει ότι πρέπει να υπερέχει των πάντων. Δέχεται να του εκπληρώσει την επιθυμία του και λέει πως θα κάνει στον Woltz μία προσφορά που δεν θα μπορεί να αρνηθεί. Και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Michael article-godfather2-0405σε προηγούμενη σκηνή, αυτό σημαίνει απειλή για τη ζωή του παραγωγού. Ο Vito στέλνει το δεξί του χέρι, Tom Hagen (Robert Duvall) να τακτοποιήσει το ζήτημα. Όταν ο Woltz αρνείται, το επόμενο πρωί βρίσκει στο κρεβάτι που κοιμόταν ένα κεφάλι αλόγου και το σατέν σεντόνι του γεμάτο αίματα σε μία ιστορική σκηνή η οποία αν και βρίσκεται πολύ μετά την αρχή σε μία ταινία gangster είναι η πρώτη εκδήλωση βίας που παρακολουθεί ο/η θεατής, κάτι ασυνήθιστο για τις συμβάσεις του είδους.

Από κει κι έπειτα υπάρχει μία κλιμάκωση στη χρήση της βίας η οποία χρησιμοποιείται σε αντιθετικά πλάνα με παράλληλο μοντάζ ολοένα και περισσότερο με αποκορύφωμα την κλασσική σκηνή της βάφτισης. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, όταν ο Vito πεθαίνει από καρδιακό επεισόδιο, ο Michael προορίζεται για να πάρει τη θέση του. Έχει όμως να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του πατέρα του από τις υπόλοιπες τέσσερις μεγάλες οικογένειες που κάνουν κουμάντο τη νύχτα. Μερικοί πληρωμένοι δολοφόνοι των Corleone, λοιπόν αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά και αρχίζουν να σκοτώνουν τους εχθρούς της οικογένειας. Όλα αυτά την ώρα που ο Michael βαφτίζει τον γιο της Connie και λέει πως αποτάσσεται τον σατανά. Η σκηνή αυτή είναι υποδειγματική για τη σωστή χρήση του παράλληλου μοντάζ η οποία εναλλάσσεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο αλλά και τονίζει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των χαρακτήρων. Δύο σκηνές γίνονται μία. Από τη μία μεριά έχουμε μία εκκλησία λουσμένη στο φως την ώρα μίας βάφτισης και από την άλλη δολοφόνους σε σοκάκια και πολυκατοικίες να δολοφονούν κόσμο εν ψυχρώ. Πλέον μαζί με το μωρό το οποίο βαφτίζεται και μπαίνει στο βασίλειο του θεού, έτσι και ο Michael (ντυμένος στα σκούρα σε αντίθεση με το μωρό που είναι στα λευκά), παίρνει το «βάπτισμα του πυρός» για να γίνει ο νέος νονός της οικογένειας – κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Όταν φτάνουν τα τελευταία λεπτά της ταινίας, εκεί ο/η θεατής συνειδητοποιεί πως όλα όσα παρακολούθησε έχτιζαν αυτήν την τελευταία σκηνή. Η Connie οδύρεται μέσα στο γραφείο του Michael γιατί εκείνος διέταξε να σκοτώσουν τον άντρα της, Carlo επειδή κατάλαβε πως συνωμότησε με την αντίπαλη οικογένεια των Barzini για να δολοφονήσουν τον οξύθυμο αδερφό τους, Sonny. Ο νέος, όμως, «Δον» όταν εκείνη φεύγει από το δωμάτιο, αρνείται στη γυναίκα του, Kay (Diane Keaton), ενώ όντως εκείνος διέταξε το φόνο του κουνιάδου του. Από τη Kay φεύγει ένα μεγάλο βάρος καθώς δεν εμπλέκεται στις μαφιόζικες δουλειές του άντρα της. Αποφασίζει να βάλει ποτό για εκείνη και τον σύζυγο της αφήνοντας την πόρτα του γραφείου ανοιχτή.

Τα τρία τελευταία πλάνα, είναι πολύ σημαντικά για την εξέλιξη της ιστορίας για την επόμενη ταινία που πρόκειται να ακολουθήσει αλλά και για τον ίδιο χαρακτήρα του Michael και τη σχέση του με την Kay. Όσο η Kay βάζει τα ποτά, στο γραφείο του Michael μπαίνουν τα πρωτοπαλίκαρα των Corleone, οι Lampone (Tom Rosqui), Clemenza (Richard S. Castellano) και Neri (Richard Bright) αφού έχουν τελειώσει με τις δολοφονίες που τους ανατέθηκαν. Ο Clemenza αγκαλιάζει και φιλάει το χέρι του Michael και τον αποκαλεί «Δον Corleone». Τα δύο πλάνα που ενώνονται με ένα απλό cut, δείχνουν την αντίθεση ανάμεσα στον σκοτεινό κόσμο που εμπλέκεται ο Michael και τον φωτεινό στον οποίον ακόμη βρίσκεται η Kay απομακρυσμένη από τις δουλειές του. Στο πρώτο πλάνο, η Kay είναι σε πρώτο πλάνο, όμως, θολή, με το επίκεντρο να είναι ο Michael στο γραφείο το οποίο βρίσκεται αρκετά πίσω. Όσο ο Clemenza και ο Lampone φιλούν το χέρι του, ο Neri κλείνει την πόρτα. Αυτές τις τρεις δράσεις, τις βλέπουμε σε πιο κοντινό πλάνο, ακόμη, όμως, έξω από την πόρτα του γραφείου.t2o20153

Όσο ο Lampone φιλάει το χέρι του νέου νονού, ο Neri κλείνει την πόρτα στην Kay η οποία σταματάει να βάζει τα ποτά και κοιτάει με ένα απελπισμένο βλέμμα όσο η πόρτα κλείνει. Αυτό είναι το τρίτο πλάνο, όπου κατά την διάρκεια της πράξης, ο Michael χρίζεται νονός και ο Neri κλείνει την πόρτα. Ο/Η θεατής εισβάλλει μέσα στο γραφείο από όπου φαίνεται το πρόσωπο της Kay που κοιτάει μέσα απελπισμένα. Φαίνεται, όμως, μόνο για τα δύο από τα τρία δευτερόλεπτα του πλάνου, καθώς στο τρίτο την καλύπτει η κλειστή πόρτα που γίνεται το μεταίχμιο για να μπει το μαύρο φόντο και να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Έτσι διαχωρίζονται οριστικά οι δύο κόσμοι του ήρωα και της συντρόφου του.

giphy

Ακόμη και στην τελευταία σκηνή, το θέμα της οικογένειας είναι εκείνο που επικρατεί. Ο Michael γίνεται νονός γιατί οι αντίπαλοι του δολοφόνησαν την πρώτη του γυναίκα όσο εκείνος έλειπε μακριά από όλους και όλα στη Σικελία. Όταν δε, δολοφονείται ο μεγάλος του αδερφός, Sonny και γίνονται απόπειρες δολοφονίας του πατέρα του, καταλαβαίνει πως έχει ως καθήκον να προστατέψει την τιμή αλλά και την ίδια του τη φαμίλια.

Ο Νονός είναι μία ταινία που εντάσσεται στο υπο-είδος των gangster ταινιών, όμως, στην πραγματικότητα έχει έναν μεγάλο δραματικό τόνο και χαρακτηροκεντρική πλοκή η οποία θεματικά αγγίζει την πατριαρχική οικογένεια και την τιμή την οποία ο αρχηγός της προσπαθεί να προστατέψει. Όλα αυτά μέσα από κάδρα με πρωτοποριακό χαμηλότονο για την εποχή φωτισμό και κάδρα με μία vintage χρωματική παλέτα και κοστούμια που μας μεταφέρουν σε μία δεκαετία όπου η μαφία έκανε κουμάντο.

9aad5a6eb10521f0faa721a32b44d708

Previous post

Café Society (2016) του Woody Allen

Next post

Westworld [S01E03]: Εν αναμονή εξελίξεων

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δημήτρης Φλωρής

Δημήτρης Φλωρής

Ο Δημήτρης Φλωρής κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών στο Α.Π.Θ. με ειδικότητα στο μοντάζ και την κινηματογραφική/τηλεοπτική κριτική και θεωρία. Κύριο αντικείμενο της μελέτης του είναι η επεισοδιακή αφήγηση και οι ειδολογικές συμβάσεις του superhero genre. Έχει συμμετάσχει ως σκηνοθέτης ή/και μοντέρ σε τέσσερις ταινίες προπτυχιακού επιπέδου. Οι τρεις είναι μυθοπλασίας και η μία ντοκιμαντέρ.