FilmsReviews

Fences (2016) του Denzel Washington

Το 2016 είχε, ομολογουμένως, αρκετές αξιόλογες ταινίες, αλλά, φαίνεται, τις καλύτερες τις φύλαξε για το τέλος. Μία από αυτές αποτελεί και η διασκευή του βραβευμένου με Pulitzer θεατρικού έργου του August Wilson του 1987, και προτεινόμενη για τα φετινά Oscars, Fences, με τον Denzel Washington στην παραγωγή, σκηνοθεσία και τον πρωταγωνιστικό ρόλο, η οποία αν και συγκέντρωσε ανάμικτα σχόλια,  προσωπικά, όχι μόνο μου άρεσε, αλλά κατάφερε και να με «αγγίξει».

 Η ταινία διηγείται την ιστορία του Troy Maxson ( Denzel Washington), του αρχηγού μιας πατριαρχικής αφροαμερικανικής οικογένειας της δεκαετίας του 50’, που παλεύει να βρει τον δρόμο του και να ανταπεξέλθει τις δυσκολίες της ζωής του, ενώ παράλληλα έρχεται αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες . Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του Troy με το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον. Έτσι, μαθαίνουμε για την  δύσκολη παιδική του ηλικία, την πρώιμη ενηλικίωση στα 14, τον έντονο φυλετισμό που τον ακολουθούσε παντού, τη ζωή παρανομίας και φυλακής, ως ότου γνωρίσει και παντρευτεί την αγαπημένη του Rose ( Viola Davis) . Μαζί έχουν έναν γιο, τον Cory ( Jovan Adepo) , με τη σχέση, όμως, πατέρα γιου να μην είναι η καλύτερη, με τον Troy να κρατά αυταρχική και συντηρητική στάση απέναντι στον γιο του, μπαίνοντας συχνά εμπόδιο στο δρόμο του. Τον στενό κύκλο του πρωταγωνιστή συμπληρώνουν ο μικρότερος αδερφός του Troy, Gabriel ( Mykelti Williamson), ο οποίος φέρει μορφή πνευματικής ανικανότητας λόγου τραύματος στο κεφάλι που του άφησε ο πόλεμος, ο μεγάλος γιος του Troy από παλιότερή του σχέση, Lyons ( Russell Hornsby), που προσπαθεί να επιβιώσει ως μουσικός, ζώντας με δανεικά από τον πατέρα του, και τέλος, ο καλύτερός του φίλος και συνεργάτης, Jim Bono ( Stephen Henderson), ο οποίος αποτελεί την φωνή της λογικής για τον συχνά αλλοπρόσαλλο Troy.

Η κινηματογραφική μεταφορά του εξαιρετικού έργου του August Wilson μπορεί να μην αποτελεί την πιο «εύπεπτη» ταινία που προβλήθηκε φέτος, αλλά, αναμφίβολα, αποτελεί μια ωδή χαρακτήρων και εντρύφηση στην ανθρώπινη φύση, ενώ στο background αιωρείται το θέμα του ρατσισμού. Ο πρωταγωνιστής μας αποκλίνει πολύ από κάποιον ήρωα που θα θέλαμε να ταυτιστούμε ή να αγαπήσουμε. Ωστόσο, αποτελεί έναν πιο «ανθρώπινο» χαρακτήρα, με τα καλά του και τα στραβά του, θυμίζει κάποιον που λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε : μπορεί να είναι κάποιος συγγενής μας, γείτονας, φίλος ή ακόμα και εμείς οι ίδιοι. Ο Troy αντικατοπτρίζει τον απογοητευμένο από τη ζωή άνθρωπο, ο οποίος κλεισμένος στον εαυτό του «χτίζει φράκτες» γύρω του, κρατώντας σε απόσταση τα άτομα που τον αγαπούν και αγαπά. Για τον Troy, βέβαια, ο φράκτης σημαίνει κάτι παραπάνω, αποτελεί ένα εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και τον «ορκισμένο του εχθρό», τον θάνατο και τη δυστυχία. Όμως, όπως μας πληροφορεί και ο σοφότερος φίλος του, Bono, ο φράκτης μπορεί να έχει διπλή χρήση : κάποιοι τον χτίζουν για να κρατάνε τους ανθρώπους έξω και κάποιοι για να κρατάνε τους δικούς τους μέσα. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει ο άλλος κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας, η καλόκαρδη Rose. Η Rose αποτελεί το αντίθετο άκρο από τον σύζυγό της, τον άνθρωπο που προσπαθεί ότι καλύτερο για να κρατήσει τους αγαπημένους της ενωμένους. Αντιπροσωπεύει την δύναμη ψυχής και της αυτοθυσίας που απαιτείται για να κρατηθεί μια οικογένεια στα πόδια της, δίνοντας και το αισιόδοξο μήνυμα τις ταινίας : στο τέλος της ημέρας δεν αξίζει να ενδίδουμε στο μίσος για τα λάθη και τα ελαττώματα των δικών μας ανθρώπων, αλλά να τους συγχωρούμε και να κρατάμε τις καλές προθέσεις τους και τις όμορφες στιγμές μαζί τους.

Βέβαια, η ταινία δεν θα ήταν η ίδια χωρίς τις (επιτρέψτε μου την υπερβολή) συγκλονίστηκες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορεί όλο το cast να ήταν εξαιρετικό και στο ύψος των περιστάσεων, όμως, την ταινία απογείωσαν οι αγαπημένοι Denzel Washington και Viola Davis. Σε ένα έργο που δεν ήταν εύκολο να αποβάλλει τον θεατρικό του χαρακτήρα (με το ξεκίνημα, μάλιστα, να είναι, μάλλον, βαρύ και άρρυθμο), ο Denzel Washington αρκέστηκε σε μια απλή και σχετικά μέτρια σκηνοθεσία, δίνοντας βάρος στις δικές του, αλλά και της συναδέλφου του, ερμηνευτικές ικανότητες. Μάλιστα, το εν λόγω δίδυμο ερμήνευσε τους ίδιους ρόλους (μαζί με μέρος του υπόλοιπου cast) και στην προ 7ετίας (2010) επαναμεταφορά του έργου στο Broadway. Αποκορύφωμα τους, η σκηνή κρίσης και έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών, με την Davis να φαντάζει (για μένα τουλάχιστον) το απόλυτο φαβορί για το φετινό Oscar ΄Β Γυναικείου και τον Washington να δίνει μάχη με αξιώσεις για το Ά Ανδρικού. Τέλος, να αναφέρουμε και την αξιόλογη δουλειά της διεύθυνσης φωτογραφίας, με το μουντό χρωματολόγιο να ταιριάζει απόλυτα με το ύφος της ιστορίας.

Συμπερασματικά, μια πολύ καλή ταινία, αν και όχι ιδιαίτερα «κινηματογραφική», αλλά το καλογραμμένο σενάριο και οι μεγαλειώδεις ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές θα σε κάνει να την εκτιμήσεις, ακόμη και να σε συγκινήσει όπως έκανε σε μένα.

 

Previous post

Resident Evil: The Final Chapter (2017) του Paul W. S. Anderson

Next post

Πρώτη ματιά στο νέο Avengers: Infinity War

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιώργος Κωστίδης

Γιώργος Κωστίδης

Ο Γιώργος Κωστίδης είναι ένας αυτόφωτος καλλιτέχνης. Μια κινηματογραφική, και όχι μόνο, αυθεντία. Ένας γεννημένος σταρ. Ή έτσι τουλάχιστον πιστεύει. Θεωρεί τον εαυτό του πνευματικό παιδί του Tarantino και όνειρο του είναι να γίνει ο επόμενος James Bond. Όταν σταματάει να κοιτάζεται στον καθρέφτη, του αρέσει να αφήνεται στον ρομαντισμό παλιών κλασικών ταινιών, να εξερευνά indie παραγωγές, αλλά και να χάνεται στην geek κουλτούρα.