FilmsReviews

Don’t Hang Up (2017) των Alexis Wajsbrot & Damien Mace

Μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα, είναι πάντα ένα μεγάλο ατού σε μια ταινία. Ιδίως αν αυτή η ταινία, είναι ταινία τρόμου. Στο συγκεκριμένο είδος υπάρχει μεγάλη κρίση στις φρέσκιες ιδέες και οι ταινίες αναλώνονται σε κλισέ. Μια τέτοια φρέσκια και πρωτότυπη ιδέα, εκμεταλλεύεται το Don’t Hang Up. Αν τα καταφέρνει πλήρως; Well, not exactly.

Ο Brady, ο Sam και ο Jeff, είναι τρεις κακομαθημένοι νέοι, που τους αρέσει να παίρνουν τον χρόνο τους, κάνοντας τηλεφωνικές φάρσες σε άλλους. Τις ανεβάζουν στο διαδίκτυο και κερδίζουν φήμη. Όμως οι περισσότερες από αυτές είναι αρκετά τραβηγμένες και όσο πιο πολύ το συνεχίζουν, τόσο πιο τραβηγμένες γίνονται. Έτσι μια μέρα, ο Brady με τον Sam, θα λάβουν εκείνοι ένα απειλητικό τηλεφώνημα, που θα ξεκινήσει σαν φάρσα, όμως θα εξελιχτεί στον χειρότερο εφιάλτη τους.

Η ταινία έχει μια σχετικά πρωτότυπη ιδέα. Επίδοξοι φαρσέρ, που φτάνουν στα άκρα και κάποιος αποφασίζει να τους τιμωρήσει. Δεν είναι και το inception της πρωτοτυπίας, αλλά για horror flick, είναι φρέσκο. Και μέχρι κάποιο σημείο, το εκτελεί και πολύ καλά. Σε βάζει αρχικά στο mood με τις φάρσες και με το πόσο κακομαθημένοι είναι οι πρωταγωνιστές και όταν αρχίσουν να πέφτουν τα πρώτα τηλεφωνήματα από τον δολοφόνο, ψαρώνεις. Νιώθεις το φυσικό και επακόλουθο αίσθημα της δικαίωσης, καθώς σε έχουν εκνευρίσει και εσένα με τις πράξεις τους και περίμενες ότι κάποια στιγμή θα τους γυρνούσε boomerang. Ομολογουμένως ο δολοφόνος είναι πολύ επιβλητικός. Η μεταστροφή από τις φάρσες που κάνουν τα παιδιά, στις απειλές του δολοφόνου, γίνεται στο πετάρισμα ενός ματιού και μαζί με τους πρωταγωνιστές, ξαφνιάζεσαι και εσύ. Η φωνή του είναι μπάσα και επιβλητική και αυτά που λέει, σε κάνουν να καταλαβαίνεις πως την έχουν βάψει. Σιγά, σιγά το σχέδιο του ξεδιπλώνεται και βλέπεις πόσο καλά τους την έχει στήσει και πόσα σκοτεινά μυστικά τους γνωρίζει. Γενικά έχει αξιοπρεπή σκηνοθεσία, που προχωράει αρκετά καλά το σενάριο και σε κρατάει σε γωνία να δεις τι θα γίνει. Και σε γενικές γραμμές δηλαδή, δεν χάνει πολύ τον ρυθμό της μέχρι το τέλος. Μάλιστα κάποιες μικρές ανατροπές, του δίνουν ζωντάνια και αυξάνουν το ενδιαφέρον.

Βέβαια, γιατί πάντα υπάρχει και ένα βέβαια, η ταινία έχει και πολλά μειονεκτήματα. Οι ερμηνείες με το ζόρι που περνούν τη γραμμή του ανεκτού. Ειδικά ο ηθοποιός που υποδύεται τον Sam, υπερπαίζει σε τόσα πολλά πλάνα, που σε στιγμές σου έρχεται να γελάσεις. Επίσης γενικά το σενάριο κρατά το ενδιαφέρον και δεν κατακρημνίζει ποτέ τελείως την αρχική ιδέα, αλλά έχει πάρα πολλά plot holes. Μάλλον για να το θέσω καλύτερα, πολλές σεναριακές διευκολύνσεις. Πως ο δολοφόνος πήρε τον έλεγχο κάθε ηλεκτρονικής συσκευής στο σπίτι; Πως έμαθε όλες αυτές τις πληροφορίες για εκείνους; Που είναι όλη η υπόλοιπη γειτονιά; Αυτά και άλλα πολλά παραμένουν αναπάντητα μέχρι το τέλος. Και τέλος το φινάλε κάνει μια ανατροπή και μια αποκάλυψη. Η αποκάλυψη έχει αρκετά μεγάλο impact και πετυχαίνει το να σε συναρπάσει. Όμως η ανατροπή είναι προβλέψιμη μέχρι θανάτου και άκρως κλισέ.

Σαν συμπέρασμα, αν έχεις μεγάλη παρέα σπίτι και θέλετε ένα θρίλερ για να περάσετε καλά, βάλτε το. Δεν θα σας συγκλονίσει, αλλά σίγουρα θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον και θα σας διασκεδάσει.

 

 

 

 

Previous post

Masterminds (2016) του Jared Hess

Next post

T2 Trainspotting (2017) του Danny Boyle

No Comment

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παναγιώτης Σενούντας

Παναγιώτης Σενούντας

Ο Παναγιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα , σπούδασε σκηνοθεσία και δημοσιογραφία και από μικρό παιδί ήταν αυτό που σήμερα αποκαλούμε geek. Παντού γύρω του φιγούρες από υπέρ ήρωες, κινηματογραφικούς χαρακτήρες και το δωμάτιο πάντα γεμάτο από αφίσες ταινιών. Ένα μικρό, ανήσυχο παιδί, ζει μέχρι σήμερα μέσα του και ψάχνει τρόπους έκφρασης μέσα από το σινεμά αλλά και γενικά την pop κουλτούρα.